Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πριονίζω means to saw or cut with a saw. The passive means to be sawn.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πριονίζω | πριονίζομαι |
| εσύ — you | πριονίζεις | πριονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πριονίζει | πριονίζεται |
| εμείς — we | πριονίζουμε, πριονίζομε | πριονιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | πριονίζετε | πριονίζεστε, πριονιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πριονίζουν(ε) | πριονίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πριόνιζα | πριονιζόμουν(α) |
| εσύ — you | πριόνιζες | πριονιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πριόνιζε | πριονιζόταν(ε) |
| εμείς — we | πριονίζαμε | πριονιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | πριονίζατε | πριονιζόσαστε, πριονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πριόνιζαν, πριονίζαν(ε) | πριονίζονταν, πριονιζόντανε, πριονιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πριόνισα | πριονίστηκα |
| εσύ — you | πριόνισες | πριονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πριόνισε | πριονίστηκε |
| εμείς — we | πριονίσαμε | πριονιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πριονίσατε | πριονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πριόνισαν, πριονίσαν(ε) | πριονίστηκαν, πριονιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω πριονίσει | έχω πριονιστεί |
| εσύ — you | έχεις πριονίσει | έχεις πριονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πριονίσει | έχει πριονιστεί |
| εμείς — we | έχουμε πριονίσει | έχουμε πριονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πριονίσει | έχετε πριονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πριονίσει | έχουν πριονιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα πριονίσει | είχα πριονιστεί |
| εσύ — you | είχες πριονίσει | είχες πριονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πριονίσει | είχε πριονιστεί |
| εμείς — we | είχαμε πριονίσει | είχαμε πριονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πριονίσει | είχατε πριονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πριονίσει | είχαν πριονιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πριονίζω | θα πριονίζομαι |
| εσύ — you | θα πριονίζεις | θα πριονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πριονίζει | θα πριονίζεται |
| εμείς — we | θα πριονίζουμε, θα πριονίζομε | θα πριονιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πριονίζετε | θα πριονίζεστε, θα πριονιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πριονίζουν(ε) | θα πριονίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πριονίσω | θα πριονιστώ |
| εσύ — you | θα πριονίσεις | θα πριονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πριονίσει | θα πριονιστεί |
| εμείς — we | θα πριονίσουμε, θα πριονίσομε | θα πριονιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πριονίσετε | θα πριονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πριονίσουν(ε) | θα πριονιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πριονίσει | θα έχω πριονιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις πριονίσει | θα έχεις πριονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πριονίσει | θα έχει πριονιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε πριονίσει | θα έχουμε πριονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πριονίσει | θα έχετε πριονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πριονίσει | θα έχουν πριονιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πριονίζω | να πριονίζομαι |
| εσύ — you | να πριονίζεις | να πριονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πριονίζει | να πριονίζεται |
| εμείς — we | να πριονίζουμε, να πριονίζομε | να πριονιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πριονίζετε | να πριονίζεστε, να πριονιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πριονίζουν(ε) | να πριονίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πριονίσω | να πριονιστώ |
| εσύ — you | να πριονίσεις | να πριονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πριονίσει | να πριονιστεί |
| εμείς — we | να πριονίσουμε, να πριονίσομε | να πριονιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πριονίσετε | να πριονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πριονίσουν(ε) | να πριονιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω πριονίσει | να έχω πριονιστεί |
| εσύ — you | να έχεις πριονίσει | να έχεις πριονιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πριονίσει | να έχει πριονιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε πριονίσει | να έχουμε πριονιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πριονίσει | να έχετε πριονιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πριονίσει | να έχουν πριονιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πριόνιζε / πριονίζετε.
Simple: πριόνισε (εσύ); πριονίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Πριόνισε τη σανίδα.
He/she sawed the plank.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πριονίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prionizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/prionizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.