περιλαμβάνω (perilambano) — to include; to comprise

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιλαμβάνω means to include, comprise, or contain as a part. περιλαμβάνομαι means to be included.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιλαμβάνω περιλαμβάνομαι
εσύ — you περιλαμβάνεις περιλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιλαμβάνει περιλαμβάνεται
εμείς — we περιλαμβάνουμε, περιλαμβάνομε περιλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) περιλαμβάνετε περιλαμβάνεστε, περιλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιλαμβάνουν(ε) περιλαμβάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιλάμβανα περιλαμβανόμουν(α)
εσύ — you περιλάμβανες περιλαμβανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιλάμβανε περιλαμβανόταν(ε)
εμείς — we περιλαμβάναμε περιλαμβανόμασταν
εσείς — you (plural / polite) περιλαμβάνατε περιλαμβανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιλάμβαναν, περιλαμβάναν(ε) περιλαμβάνονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιέλαβα περιλήφθηκα
εσύ — you περιέλαβες περιλήφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιέλαβε περιλήφθηκε, περιελήφθη
εμείς — we περιλάβαμε περιληφθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περιλάβατε περιληφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιέλαβαν, περιλάβαν(ε) περιλήφθηκαν, περιελήφθησαν

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω περιλάβει έχω περιληφθεί
εσύ — you έχεις περιλάβει έχεις περιληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιλάβει έχει περιληφθεί
εμείς — we έχουμε περιλάβει έχουμε περιληφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιλάβει έχετε περιληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιλάβει έχουν περιληφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα περιλάβει είχα περιληφθεί
εσύ — you είχες περιλάβει είχες περιληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιλάβει είχε περιληφθεί
εμείς — we είχαμε περιλάβει είχαμε περιληφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιλάβει είχατε περιληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιλάβει είχαν περιληφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιλαμβάνω θα περιλαμβάνομαι
εσύ — you θα περιλαμβάνεις θα περιλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιλαμβάνει θα περιλαμβάνεται
εμείς — we θα περιλαμβάνουμε, θα περιλαμβάνομε θα περιλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περιλαμβάνετε θα περιλαμβάνεστε, θα περιλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιλαμβάνουν(ε) θα περιλαμβάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιλάβω θα περιληφθώ
εσύ — you θα περιλάβεις θα περιληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιλάβει θα περιληφθεί
εμείς — we θα περιλάβουμε, θα περιλάβομε θα περιληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περιλάβετε θα περιληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιλάβουν(ε) θα περιληφθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω περιλάβει θα έχω περιληφθεί
εσύ — you θα έχεις περιλάβει θα έχεις περιληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιλάβει θα έχει περιληφθεί
εμείς — we θα έχουμε περιλάβει θα έχουμε περιληφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιλάβει θα έχετε περιληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιλάβει θα έχουν περιληφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιλαμβάνω να περιλαμβάνομαι
εσύ — you να περιλαμβάνεις να περιλαμβάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιλαμβάνει να περιλαμβάνεται
εμείς — we να περιλαμβάνουμε, να περιλαμβάνομε να περιλαμβανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περιλαμβάνετε να περιλαμβάνεστε, να περιλαμβανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιλαμβάνουν(ε) να περιλαμβάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιλάβω να περιληφθώ
εσύ — you να περιλάβεις να περιληφθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιλάβει να περιληφθεί
εμείς — we να περιλάβουμε, να περιλάβομε να περιληφθούμε
εσείς — you (plural / polite) να περιλάβετε να περιληφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιλάβουν(ε) να περιληφθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω περιλάβει να έχω περιληφθεί
εσύ — you να έχεις περιλάβει να έχεις περιληφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιλάβει να έχει περιληφθεί
εμείς — we να έχουμε περιλάβει να έχουμε περιληφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιλάβει να έχετε περιληφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιλάβει να έχουν περιληφθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: περιλάμβανε / περιλαμβάνετε.

Simple: περίλαβε (εσύ); περιλάβετε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • περιελήφθη / περιελήφθησαν are learned third-person aorist alternatives.
  • The colloquial περιλαβαίνω has special meanings such as telling someone off; it is presented separately.

Η τιμή περιλαμβάνει πρωινό.

The price includes breakfast.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιλαμβάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perilambano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /perilambano/