Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
περιμένω: core forms & usage
to wait; to expect
Περίμενα can be imperfect or aorist. The forms alone do not tell you whether the wait is ongoing or viewed as a whole.
Περιμένουμε το λεωφορείο στη στάση.
We are waiting for the bus at the stop.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | περιμένω |
| you (singular) | περιμένεις |
| he / she / it | περιμένει |
| we | περιμένουμε, περιμένομε |
| you (plural or polite) | περιμένετε |
| they | περιμένουν, περιμένουνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | περίμενα |
| you (singular) | περίμενες |
| he / she / it | περίμενε |
| we | περιμέναμε |
| you (plural or polite) | περιμένατε |
| they | περίμεναν, περιμέναν, περιμένανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | περίμενα |
| you (singular) | περίμενες |
| he / she / it | περίμενε |
| we | περιμέναμε |
| you (plural or polite) | περιμένατε |
| they | περίμεναν, περιμέναν, περιμένανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα περιμένω |
| you (singular) | θα περιμένεις |
| he / she / it | θα περιμένει |
| we | θα περιμένουμε, θα περιμένομε |
| you (plural or polite) | θα περιμένετε |
| they | θα περιμένουν, θα περιμένουνε |
See this verb in use
Σε περιμένω έξω.
I am waiting for you outside.
Greek περιμένω takes a direct object here. Σε means you; Greek does not add a separate word corresponding to the English “for”.
περιμένω means to wait for or expect someone or something.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | περιμένω |
| εσύ — you | περιμένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περιμένει |
| εμείς — we | περιμένουμε, περιμένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | περιμένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περιμένουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | περίμενα |
| εσύ — you | περίμενες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περίμενε |
| εμείς — we | περιμέναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | περιμένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περίμεναν, περιμέναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | περίμενα |
| εσύ — you | περίμενες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περίμενε |
| εμείς — we | περιμέναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | περιμένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περίμεναν, περιμέναν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω περιμένει |
| εσύ — you | έχεις περιμένει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει περιμένει |
| εμείς — we | έχουμε περιμένει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε περιμένει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν περιμένει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα περιμένει |
| εσύ — you | είχες περιμένει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε περιμένει |
| εμείς — we | είχαμε περιμένει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε περιμένει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν περιμένει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα περιμένω |
| εσύ — you | θα περιμένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περιμένει |
| εμείς — we | θα περιμένουμε, θα περιμένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περιμένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περιμένουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα περιμένω |
| εσύ — you | θα περιμένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περιμένει |
| εμείς — we | θα περιμένουμε, θα περιμένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περιμένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περιμένουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω περιμένει |
| εσύ — you | θα έχεις περιμένει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει περιμένει |
| εμείς — we | θα έχουμε περιμένει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε περιμένει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν περιμένει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να περιμένω |
| εσύ — you | να περιμένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περιμένει |
| εμείς — we | να περιμένουμε, να περιμένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περιμένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περιμένουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να περιμένω |
| εσύ — you | να περιμένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περιμένει |
| εμείς — we | να περιμένουμε, να περιμένομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περιμένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περιμένουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω περιμένει |
| εσύ — you | να έχεις περιμένει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει περιμένει |
| εμείς — we | να έχουμε περιμένει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε περιμένει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν περιμένει |
Imperative · Προστακτική
Simple: περίμενε (εσύ); περιμένετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Everyday usage relies on περίμενα, θα/να περιμένω, and έχω περιμένει. Context supplies the aspect distinction where the forms coincide.
- The alternative series περίμεινα / περιμείνω / περιμείνει is much less usual and is not the main learner pattern here.
Περίμενα το λεωφορείο.
I waited for the bus.
Περίμενέ με!
Wait for me!
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιμένω.
https://moderngreekverbs.com/perimeno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.