Apomeno

Apomeno

ΑΠΟΜΕΝΩ
I remain
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
απομένω απομένουμε, απομένομε
απομένεις απομένετε
απομένει απομένουν(ε)
Imper
fect
απέμενα, απόμενα απομέναμε
απέμενες, απόμενες απομένατε
απέμενε, απόμενε απέμεναν, απόμεναν, απομέναν(ε)
Aorist απέμεινα, απόμεινα απομείναμε
απέμεινες, απόμεινες απομείνατε
απέμεινε, απόμεινε απέμειναν, απόμειναν, απομείναν(ε)
Per
fect
έχω απομείνει έχουμε απομείνει
έχεις απομείνει έχετε απομείνει
έχει απομείνει έχουν απομείνει
Plu
per
fect
είχα απομείνει είχαμε απομείνει
είχες απομείνει είχατε απομείνει
είχε απομείνει είχαν απομείνει
Fut
ure
Cont
inuous
θα απομένω θα απομένουμε, θα απομένομε
θα απομένεις θα απομένετε
θα απομένει θα απομένουν(ε)
Simp
Fut
θα απομείνω θα απομείνουμε, θα απομείνομε
θα απομείνεις θα απομείνετε
θα απομείνει θα απομείνουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω απομείνει θα έχουμε απομείνει
θα έχεις απομείνει θα έχετε απομείνει
θα έχει απομείνει θα έχουν απομείνει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να απομένω να απομένουμε, να απομένομε
να απομένεις να απομένετε
να απομένει να απομένουν(ε)
Aorist να απομείνω να απομείνουμε, να απομείνομε
να απομείνεις να απομείνετε
να απομείνει να απομείνουν(ε)
Perf να έχω απομείνει να έχουμε απομείνει
να έχεις απομείνει να έχετε απομείνει
να έχει απομείνει να έχουν απομείνει
Imper
ative
Pres απέμενε απομένετε
Aorist απέμεινε απομείνετε
Part
iciple
Pres απομένοντας
Perf έχοντας απομείνει
Infin Aorist απομείνει


2017-03-22T01:54:12+00:00