περιλαβαίνω (perilabaino) — to tell off; to lay into (colloquial)

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιλαβαίνω is colloquial: to tell someone off sharply or lay into them; it can also mean to seize and beat someone.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περιλαβαίνω
εσύ — you περιλαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιλαβαίνει
εμείς — we περιλαβαίνουμε, περιλαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) περιλαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιλαβαίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περιλάβαινα
εσύ — you περιλάβαινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιλάβαινε
εμείς — we περιλαβαίναμε
εσείς — you (plural / polite) περιλαβαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιλάβαιναν, περιλαβαίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I περίλαβα
εσύ — you περίλαβες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περίλαβε
εμείς — we περιλάβαμε
εσείς — you (plural / polite) περιλάβατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περίλαβαν, περιλάβαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω περιλάβει
εσύ — you έχεις περιλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιλάβει
εμείς — we έχουμε περιλάβει
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιλάβει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα περιλάβει
εσύ — you είχες περιλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιλάβει
εμείς — we είχαμε περιλάβει
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιλάβει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περιλαβαίνω
εσύ — you θα περιλαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιλαβαίνει
εμείς — we θα περιλαβαίνουμε, θα περιλαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα περιλαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιλαβαίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα περιλάβω
εσύ — you θα περιλάβεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιλάβει
εμείς — we θα περιλάβουμε, θα περιλάβομε
εσείς — you (plural / polite) θα περιλάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιλάβουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω περιλάβει
εσύ — you θα έχεις περιλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιλάβει
εμείς — we θα έχουμε περιλάβει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιλάβει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περιλαβαίνω
εσύ — you να περιλαβαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιλαβαίνει
εμείς — we να περιλαβαίνουμε, να περιλαβαίνομε
εσείς — you (plural / polite) να περιλαβαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιλαβαίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να περιλάβω
εσύ — you να περιλάβεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιλάβει
εμείς — we να περιλάβουμε, να περιλάβομε
εσείς — you (plural / polite) να περιλάβετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιλάβουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω περιλάβει
εσύ — you να έχεις περιλάβει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιλάβει
εμείς — we να έχουμε περιλάβει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιλάβει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιλάβει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Do not use this as a general translation of “put”. The neutral verb περιλαμβάνω means to include.
  • Aorist: περίλαβα or περιέλαβα; perfective nonpast: περιλάβω; perfect: έχω περιλάβει.

Τον περιέλαβε για τα καλά.

He/she gave him a thorough telling-off.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιλαβαίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perilabaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /perilabaino/