περιγράφω (perigrafo) — to describe

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιγράφω means to describe. The passive means to be described.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιγράφω περιγράφομαι
εσύ — you περιγράφεις περιγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιγράφει περιγράφεται
εμείς — we περιγράφουμε, περιγράφομε περιγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) περιγράφετε περιγράφεστε, περιγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιγράφουν(ε) περιγράφονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιέγραφα περιγραφόμουν(α)
εσύ — you περιέγραφες περιγραφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιέγραφε περιγραφόταν(ε)
εμείς — we περιγράφαμε περιγραφόμασταν
εσείς — you (plural / polite) περιγράφατε περιγραφόσαστε, περιγραφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιέγραφαν, περιγράφαν(ε) περιγράφονταν, περιγραφόντανε, περιγραφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιέγραψα περιγράφτηκα, περιγράφηκα
εσύ — you περιέγραψες περιγράφτηκες, περιγράφηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιέγραψε περιγράφτηκε, περιγράφηκε
εμείς — we περιγράψαμε περιγραφτήκαμε, περιγραφήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περιγράψατε περιγραφτήκατε, περιγραφήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιέγραψαν, περιγράψαν(ε) περιγράφτηκαν, περιγραφτήκαν(ε), περιγράφηκαν, περιγραφήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω περιγράψει έχω περιγραφτεί
εσύ — you έχεις περιγράψει έχεις περιγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιγράψει έχει περιγραφτεί
εμείς — we έχουμε περιγράψει έχουμε περιγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιγράψει έχετε περιγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιγράψει έχουν περιγραφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα περιγράψει είχα περιγραφτεί
εσύ — you είχες περιγράψει είχες περιγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιγράψει είχε περιγραφτεί
εμείς — we είχαμε περιγράψει είχαμε περιγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιγράψει είχατε περιγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιγράψει είχαν περιγραφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιγράφω θα περιγράφομαι
εσύ — you θα περιγράφεις θα περιγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιγράφει θα περιγράφεται
εμείς — we θα περιγράφουμε, θα περιγράφομε θα περιγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περιγράφετε θα περιγράφεστε, θα περιγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιγράφουν(ε) θα περιγράφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιγράψω θα περιγραφτώ, θα περιγραφώ
εσύ — you θα περιγράψεις θα περιγραφτείς, θα περιγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιγράψει θα περιγραφτεί, θα περιγραφεί
εμείς — we θα περιγράψουμε, θα περιγράψομε θα περιγραφτούμε, θα περιγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περιγράψετε θα περιγραφτείτε, θα περιγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιγράψουν(ε) θα περιγραφτούν(ε), θα περιγραφούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω περιγράψει θα έχω περιγραφτεί
εσύ — you θα έχεις περιγράψει θα έχεις περιγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιγράψει θα έχει περιγραφτεί
εμείς — we θα έχουμε περιγράψει θα έχουμε περιγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιγράψει θα έχετε περιγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιγράψει θα έχουν περιγραφτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιγράφω να περιγράφομαι
εσύ — you να περιγράφεις να περιγράφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιγράφει να περιγράφεται
εμείς — we να περιγράφουμε, να περιγράφομε να περιγραφόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περιγράφετε να περιγράφεστε, να περιγραφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιγράφουν(ε) να περιγράφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιγράψω να περιγραφτώ, να περιγραφώ
εσύ — you να περιγράψεις να περιγραφτείς, να περιγραφείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιγράψει να περιγραφτεί, να περιγραφεί
εμείς — we να περιγράψουμε, να περιγράψομε να περιγραφτούμε, να περιγραφούμε
εσείς — you (plural / polite) να περιγράψετε να περιγραφτείτε, να περιγραφείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιγράψουν(ε) να περιγραφτούν(ε), να περιγραφούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω περιγράψει να έχω περιγραφτεί
εσύ — you να έχεις περιγράψει να έχεις περιγραφτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιγράψει να έχει περιγραφτεί
εμείς — we να έχουμε περιγράψει να έχουμε περιγραφτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιγράψει να έχετε περιγραφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιγράψει να έχουν περιγραφτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: περίγραφε / περιγράφετε.

Simple: περίγραψε (εσύ); περιγράψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The command is περίγραψε; περιέγραψε is a past indicative form.
  • Passive variants: περιγράφτηκα / περιγραφτεί and περιγράφηκα / περιγραφεί. Compounds here use περιγραφτεί.

Περίγραψε την εικόνα.

Describe the picture.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιγράφω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perigrafo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /perigrafo/