περιφρονώ — to despise

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιφρονώ means to despise, scorn, or disregard. The passive means to be despised or disregarded.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιφρονώ περιφρονούμαι
εσύ — you περιφρονείς περιφρονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιφρονεί περιφρονείται
εμείς — we περιφρονούμε περιφρονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) περιφρονείτε περιφρονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιφρονούν(ε) περιφρονούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιφρονούσα περιφρονούμουν
εσύ — you περιφρονούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιφρονούσε περιφρονούνταν, περιφρονείτο
εμείς — we περιφρονούσαμε περιφρονούμασταν
εσείς — you (plural / polite) περιφρονούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιφρονούσαν(ε) περιφρονούνταν, περιφρονούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιφρόνησα περιφρονήθηκα
εσύ — you περιφρόνησες περιφρονήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιφρόνησε περιφρονήθηκε
εμείς — we περιφρονήσαμε περιφρονηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περιφρονήσατε περιφρονηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιφρόνησαν, περιφρονήσαν(ε) περιφρονήθηκαν, περιφρονηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω περιφρονήσει έχω περιφρονηθεί
εσύ — you έχεις περιφρονήσει έχεις περιφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιφρονήσει έχει περιφρονηθεί
εμείς — we έχουμε περιφρονήσει έχουμε περιφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιφρονήσει έχετε περιφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιφρονήσει έχουν περιφρονηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα περιφρονήσει είχα περιφρονηθεί
εσύ — you είχες περιφρονήσει είχες περιφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιφρονήσει είχε περιφρονηθεί
εμείς — we είχαμε περιφρονήσει είχαμε περιφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιφρονήσει είχατε περιφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιφρονήσει είχαν περιφρονηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιφρονώ θα περιφρονούμαι
εσύ — you θα περιφρονείς θα περιφρονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιφρονεί θα περιφρονείται
εμείς — we θα περιφρονούμε θα περιφρονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περιφρονείτε θα περιφρονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιφρονούν(ε) θα περιφρονούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιφρονήσω θα περιφρονηθώ
εσύ — you θα περιφρονήσεις θα περιφρονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιφρονήσει θα περιφρονηθεί
εμείς — we θα περιφρονήσουμε θα περιφρονηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περιφρονήσετε θα περιφρονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιφρονήσουν(ε) θα περιφρονηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω περιφρονήσει θα έχω περιφρονηθεί
εσύ — you θα έχεις περιφρονήσει θα έχεις περιφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιφρονήσει θα έχει περιφρονηθεί
εμείς — we θα έχουμε περιφρονήσει θα έχουμε περιφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιφρονήσει θα έχετε περιφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιφρονήσει θα έχουν περιφρονηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιφρονώ να περιφρονούμαι
εσύ — you να περιφρονείς να περιφρονείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιφρονεί να περιφρονείται
εμείς — we να περιφρονούμε να περιφρονούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περιφρονείτε να περιφρονείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιφρονούν(ε) να περιφρονούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιφρονήσω να περιφρονηθώ
εσύ — you να περιφρονήσεις να περιφρονηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιφρονήσει να περιφρονηθεί
εμείς — we να περιφρονήσουμε, να περιφρονήσομε να περιφρονηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να περιφρονήσετε να περιφρονηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιφρονήσουν(ε) να περιφρονηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω περιφρονήσει να έχω περιφρονηθεί
εσύ — you να έχεις περιφρονήσει να έχεις περιφρονηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιφρονήσει να έχει περιφρονηθεί
εμείς — we να έχουμε περιφρονήσει να έχουμε περιφρονηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιφρονήσει να έχετε περιφρονηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιφρονήσει να έχουν περιφρονηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: περιφρόνησε (εσύ); περιφρονήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • περιφρονείτο / περιφρονούντο are learned imperfect variants. Uncommon second-person passive imperfect cells are left blank.

Περιφρόνησε τη συμβουλή μου.

He/she disregarded my advice.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιφρονώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perifrono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /perifrono/