Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

περιφράζω — to fence in; to enclose

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

περιφράζω means to fence in or enclose a place. The forms on this page refer to fencing, not to paraphrasing.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιφράζω περιφράζομαι
εσύ — you περιφράζεις περιφράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιφράζει περιφράζεται
εμείς — we περιφράζουμε, περιφράζομε περιφραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) περιφράζετε περιφράζεστε, περιφραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιφράζουν(ε) περιφράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιέφραζα περιφραζόμουν(α)
εσύ — you περιέφραζες περιφραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιέφραζε περιφραζόταν(ε)
εμείς — we περιφράζαμε περιφραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) περιφράζατε περιφραζόσαστε, περιφραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιέφραζαν, περιφράζαν(ε) περιφράζονταν, περιφραζόντανε, περιφραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I περιέφραξα περιφράχτηκα
εσύ — you περιέφραξες περιφράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it περιέφραξε περιφράχτηκε
εμείς — we περιφράξαμε περιφραχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) περιφράξατε περιφραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they περιέφραξαν, περιφράξαν(ε) περιφράχτηκαν, περιφραχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω περιφράξει έχω περιφραχτεί
εσύ — you έχεις περιφράξει έχεις περιφραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει περιφράξει έχει περιφραχτεί
εμείς — we έχουμε περιφράξει έχουμε περιφραχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε περιφράξει έχετε περιφραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν περιφράξει έχουν περιφραχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα περιφράξει είχα περιφραχτεί
εσύ — you είχες περιφράξει είχες περιφραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε περιφράξει είχε περιφραχτεί
εμείς — we είχαμε περιφράξει είχαμε περιφραχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε περιφράξει είχατε περιφραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν περιφράξει είχαν περιφραχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιφράζω θα περιφράζομαι
εσύ — you θα περιφράζεις θα περιφράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιφράζει θα περιφράζεται
εμείς — we θα περιφράζουμε, θα περιφράζομε θα περιφραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα περιφράζετε θα περιφράζεστε, θα περιφραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιφράζουν(ε) θα περιφράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα περιφράξω θα περιφραχτώ
εσύ — you θα περιφράξεις θα περιφραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα περιφράξει θα περιφραχτεί
εμείς — we θα περιφράξουμε, θα περιφράξομε θα περιφραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα περιφράξετε θα περιφραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα περιφράξουν(ε) θα περιφραχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω περιφράξει θα έχω περιφραχτεί
εσύ — you θα έχεις περιφράξει θα έχεις περιφραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει περιφράξει θα έχει περιφραχτεί
εμείς — we θα έχουμε περιφράξει θα έχουμε περιφραχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε περιφράξει θα έχετε περιφραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν περιφράξει θα έχουν περιφραχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιφράζω να περιφράζομαι
εσύ — you να περιφράζεις να περιφράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιφράζει να περιφράζεται
εμείς — we να περιφράζουμε, να περιφράζομε να περιφραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να περιφράζετε να περιφράζεστε, να περιφραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιφράζουν(ε) να περιφράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να περιφράξω να περιφραχτώ
εσύ — you να περιφράξεις να περιφραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να περιφράξει να περιφραχτεί
εμείς — we να περιφράξουμε, να περιφράξομε να περιφραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να περιφράξετε να περιφραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να περιφράξουν(ε) να περιφραχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω περιφράξει να έχω περιφραχτεί
εσύ — you να έχεις περιφράξει να έχεις περιφραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει περιφράξει να έχει περιφραχτεί
εμείς — we να έχουμε περιφράξει να έχουμε περιφραχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε περιφράξει να έχετε περιφραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν περιφράξει να έχουν περιφραχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: περίφραζε / περιφράζετε.

Simple: περίφραξε (εσύ); περιφράξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The aorist is περιέφραξα, also περίφραξα. The command is περίφραξε. The related form περιφράσσω also means to fence in.

Περιέφραξαν τον κήπο.

They fenced in the garden.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιφράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perifrazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /perifrazo/