Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
περιφράζω means to fence in or enclose a place. The forms on this page refer to fencing, not to paraphrasing.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περιφράζω | περιφράζομαι |
| εσύ — you | περιφράζεις | περιφράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περιφράζει | περιφράζεται |
| εμείς — we | περιφράζουμε, περιφράζομε | περιφραζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | περιφράζετε | περιφράζεστε, περιφραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περιφράζουν(ε) | περιφράζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περιέφραζα | περιφραζόμουν(α) |
| εσύ — you | περιέφραζες | περιφραζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περιέφραζε | περιφραζόταν(ε) |
| εμείς — we | περιφράζαμε | περιφραζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | περιφράζατε | περιφραζόσαστε, περιφραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περιέφραζαν, περιφράζαν(ε) | περιφράζονταν, περιφραζόντανε, περιφραζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | περιέφραξα | περιφράχτηκα |
| εσύ — you | περιέφραξες | περιφράχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | περιέφραξε | περιφράχτηκε |
| εμείς — we | περιφράξαμε | περιφραχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | περιφράξατε | περιφραχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | περιέφραξαν, περιφράξαν(ε) | περιφράχτηκαν, περιφραχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω περιφράξει | έχω περιφραχτεί |
| εσύ — you | έχεις περιφράξει | έχεις περιφραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει περιφράξει | έχει περιφραχτεί |
| εμείς — we | έχουμε περιφράξει | έχουμε περιφραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε περιφράξει | έχετε περιφραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν περιφράξει | έχουν περιφραχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα περιφράξει | είχα περιφραχτεί |
| εσύ — you | είχες περιφράξει | είχες περιφραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε περιφράξει | είχε περιφραχτεί |
| εμείς — we | είχαμε περιφράξει | είχαμε περιφραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε περιφράξει | είχατε περιφραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν περιφράξει | είχαν περιφραχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα περιφράζω | θα περιφράζομαι |
| εσύ — you | θα περιφράζεις | θα περιφράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περιφράζει | θα περιφράζεται |
| εμείς — we | θα περιφράζουμε, θα περιφράζομε | θα περιφραζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περιφράζετε | θα περιφράζεστε, θα περιφραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περιφράζουν(ε) | θα περιφράζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα περιφράξω | θα περιφραχτώ |
| εσύ — you | θα περιφράξεις | θα περιφραχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα περιφράξει | θα περιφραχτεί |
| εμείς — we | θα περιφράξουμε, θα περιφράξομε | θα περιφραχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα περιφράξετε | θα περιφραχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα περιφράξουν(ε) | θα περιφραχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω περιφράξει | θα έχω περιφραχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις περιφράξει | θα έχεις περιφραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει περιφράξει | θα έχει περιφραχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε περιφράξει | θα έχουμε περιφραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε περιφράξει | θα έχετε περιφραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν περιφράξει | θα έχουν περιφραχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να περιφράζω | να περιφράζομαι |
| εσύ — you | να περιφράζεις | να περιφράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περιφράζει | να περιφράζεται |
| εμείς — we | να περιφράζουμε, να περιφράζομε | να περιφραζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περιφράζετε | να περιφράζεστε, να περιφραζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περιφράζουν(ε) | να περιφράζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να περιφράξω | να περιφραχτώ |
| εσύ — you | να περιφράξεις | να περιφραχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να περιφράξει | να περιφραχτεί |
| εμείς — we | να περιφράξουμε, να περιφράξομε | να περιφραχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να περιφράξετε | να περιφραχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να περιφράξουν(ε) | να περιφραχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω περιφράξει | να έχω περιφραχτεί |
| εσύ — you | να έχεις περιφράξει | να έχεις περιφραχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει περιφράξει | να έχει περιφραχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε περιφράξει | να έχουμε περιφραχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε περιφράξει | να έχετε περιφραχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν περιφράξει | να έχουν περιφραχτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: περίφραζε / περιφράζετε.
Simple: περίφραξε (εσύ); περιφράξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The aorist is περιέφραξα, also περίφραξα. The command is περίφραξε. The related form περιφράσσω also means to fence in.
Περιέφραξαν τον κήπο.
They fenced in the garden.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — περιφράζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/perifrazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/perifrazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.