αγγίζω (angizo) — to touch

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αγγίζω · to touch

Passive: αγγίζομαι.

Η ιστορία της με άγγιξε. — Her story touched me.

Literal and figurative: Can mean physical contact or an emotional effect. Έχω αγγίξει / έχω αγγιχτεί are the compound perfect forms; αγγιγμένος is a participial adjective whose naturalness depends on context.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαγγίζωαγγίζομαι
εσύ · youαγγίζειςαγγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαγγίζειαγγίζεται
εμείς · weαγγίζουμε, αγγίζομεαγγιζόμαστε
εσείς · youαγγίζετεαγγίζεστε, αγγιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαγγίζουν(ε)αγγίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάγγιζααγγιζόμουν(α)
εσύ · youάγγιζεςαγγιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάγγιζεαγγιζόταν(ε)
εμείς · weαγγίζαμεαγγιζόμαστε, αγγιζόμασταν
εσείς · youαγγίζατεαγγιζόσαστε, αγγιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάγγιζαν, αγγίζαν(ε)αγγίζονταν, αγγιζόντανε, αγγιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάγγιξααγγίχτηκα
εσύ · youάγγιξεςαγγίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάγγιξεαγγίχτηκε
εμείς · weαγγίξαμεαγγιχτήκαμε
εσείς · youαγγίξατεαγγιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάγγιξαν, αγγίξαν(ε)αγγίχτηκαν, αγγιχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αγγίξειέχω αγγιχτεί
εσύ · youέχεις αγγίξειέχεις αγγιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αγγίξειέχει αγγιχτεί
εμείς · weέχουμε αγγίξειέχουμε αγγιχτεί
εσείς · youέχετε αγγίξειέχετε αγγιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αγγίξειέχουν αγγιχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αγγίξειείχα αγγιχτεί
εσύ · youείχες αγγίξειείχες αγγιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αγγίξειείχε αγγιχτεί
εμείς · weείχαμε αγγίξειείχαμε αγγιχτεί
εσείς · youείχατε αγγίξειείχατε αγγιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αγγίξειείχαν αγγιχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αγγίζωθα αγγίζομαι
εσύ · youθα αγγίζειςθα αγγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αγγίζειθα αγγίζεται
εμείς · weθα αγγίζουμε, θα αγγίζομεθα αγγιζόμαστε
εσείς · youθα αγγίζετεθα αγγίζεστε, θα αγγιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αγγίζουν(ε)θα αγγίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αγγίξωθα αγγιχτώ
εσύ · youθα αγγίξειςθα αγγιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αγγίξειθα αγγιχτεί
εμείς · weθα αγγίξουμε, θα αγγίξομεθα αγγιχτούμε
εσείς · youθα αγγίξετεθα αγγιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αγγίξουν(ε)θα αγγιχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αγγίξειθα έχω αγγιχτεί
εσύ · youθα έχεις αγγίξειθα έχεις αγγιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αγγίξειθα έχει αγγιχτεί
εμείς · weθα έχουμε αγγίξειθα έχουμε αγγιχτεί
εσείς · youθα έχετε αγγίξειθα έχετε αγγιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αγγίξειθα έχουν αγγιχτεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αγγίζωνα αγγίζομαι
εσύ · youνα αγγίζειςνα αγγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αγγίζεινα αγγίζεται
εμείς · weνα αγγίζουμε, να αγγίζομενα αγγιζόμαστε
εσείς · youνα αγγίζετενα αγγίζεστε, να αγγιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αγγίζουν(ε)να αγγίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αγγίξωνα αγγιχτώ
εσύ · youνα αγγίξειςνα αγγιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αγγίξεινα αγγιχτεί
εμείς · weνα αγγίξουμε, να αγγίξομενα αγγιχτούμε
εσείς · youνα αγγίξετενα αγγιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αγγίξουν(ε)να αγγιχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αγγίξεινα έχω αγγιχτεί
εσύ · youνα έχεις αγγίξεινα έχεις αγγιχτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αγγίξεινα έχει αγγιχτεί
εμείς · weνα έχουμε αγγίξεινα έχουμε αγγιχτεί
εσείς · youνα έχετε αγγίξεινα έχετε αγγιχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αγγίξεινα έχουν αγγιχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: άγγιζε / αγγίζετε.

Simple active: άγγιξε / αγγίξτε; plural alternative αγγίχτε.

Μην αγγίζετε τα εκθέματα. — Do not touch the exhibits.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αγγίζοντας.

Perfect participial construction: έχοντας αγγίξει; passive έχοντας αγγιχτεί.

Participial adjective: αγγιγμένος, αγγιγμένη, αγγιγμένο. Its use depends on the state or result being described.

Invariant compound-tense forms: αγγίξει / αγγιχτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/angizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /angizo/