πειράζω (peirazo) — to tease; to bother; to tamper with

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πειράζω means to tease, bother, affect adversely, or tamper with something. δεν πειράζει means “it does not matter”.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πειράζω πειράζομαι
εσύ — you πειράζεις πειράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πειράζει πειράζεται
εμείς — we πειράζουμε, πειράζομε πειραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πειράζετε πειράζεστε, πειραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πειράζουν(ε) πειράζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πείραζα πειραζόμουν(α)
εσύ — you πείραζες πειραζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πείραζε πειραζόταν(ε)
εμείς — we πειράζαμε πειραζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πειράζατε πειραζόσαστε, πειραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πείραζαν, πειράζαν(ε) πειράζονταν, πειραζόντανε, πειραζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πείραξα πειράχτηκα
εσύ — you πείραξες πειράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πείραξε πειράχτηκε
εμείς — we πειράξαμε πειραχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πειράξατε πειραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πείραξαν, πειράξαν(ε) πειράχτηκαν, πειραχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πειράξει έχω πειραχτεί
εσύ — you έχεις πειράξει έχεις πειραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πειράξει έχει πειραχτεί
εμείς — we έχουμε πειράξει έχουμε πειραχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πειράξει έχετε πειραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πειράξει έχουν πειραχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πειράξει είχα πειραχτεί
εσύ — you είχες πειράξει είχες πειραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πειράξει είχε πειραχτεί
εμείς — we είχαμε πειράξει είχαμε πειραχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πειράξει είχατε πειραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πειράξει είχαν πειραχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πειράζω θα πειράζομαι
εσύ — you θα πειράζεις θα πειράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πειράζει θα πειράζεται
εμείς — we θα πειράζουμε, θα πειράζομε θα πειραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πειράζετε θα πειράζεστε, θα πειραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πειράζουν(ε) θα πειράζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πειράξω θα πειραχτώ
εσύ — you θα πειράξεις θα πειραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πειράξει θα πειραχτεί
εμείς — we θα πειράξουμε, θα πειράξομε θα πειραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πειράξετε θα πειραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πειράξουν(ε) θα πειραχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πειράξει θα έχω πειραχτεί
εσύ — you θα έχεις πειράξει θα έχεις πειραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πειράξει θα έχει πειραχτεί
εμείς — we θα έχουμε πειράξει θα έχουμε πειραχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πειράξει θα έχετε πειραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πειράξει θα έχουν πειραχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πειράζω να πειράζομαι
εσύ — you να πειράζεις να πειράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πειράζει να πειράζεται
εμείς — we να πειράζουμε, να πειράζομε να πειραζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πειράζετε να πειράζεστε, να πειραζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πειράζουν(ε) να πειράζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πειράξω να πειραχτώ
εσύ — you να πειράξεις να πειραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πειράξει να πειραχτεί
εμείς — we να πειράξουμε, να πειράξομε να πειραχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να πειράξετε να πειραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πειράξουν(ε) να πειραχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πειράξει να έχω πειραχτεί
εσύ — you να έχεις πειράξει να έχεις πειραχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πειράξει να έχει πειραχτεί
εμείς — we να έχουμε πειράξει να έχουμε πειραχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πειράξει να έχετε πειραχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πειράξει να έχουν πειραχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: πείραζε / πειράζετε.

Simple: πείραξε (εσύ); πειράξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μη με πειράζεις.

Do not tease/bother me.

Δεν πειράζει.

It does not matter.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πειράζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/peirazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /peirazo/