πέφτω (pefto) — to fall

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πέφτω means to fall, drop, or go down, literally or figuratively.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I πέφτω
εσύ — you πέφτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πέφτει
εμείς — we πέφτουμε, πέφτομε
εσείς — you (plural / polite) πέφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πέφτουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έπεφτα
εσύ — you έπεφτες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπεφτε
εμείς — we πέφταμε
εσείς — you (plural / polite) πέφτατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπεφταν, πέφταν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έπεσα
εσύ — you έπεσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπεσε
εμείς — we πέσαμε
εσείς — you (plural / polite) πέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπεσαν, πέσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω πέσει
εσύ — you έχεις πέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πέσει
εμείς — we έχουμε πέσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε πέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πέσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα πέσει
εσύ — you είχες πέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πέσει
εμείς — we είχαμε πέσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε πέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πέσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα πέφτω
εσύ — you θα πέφτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πέφτει
εμείς — we θα πέφτουμε, θα πέφτομε
εσείς — you (plural / polite) θα πέφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πέφτουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα πέσω
εσύ — you θα πέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πέσει
εμείς — we θα πέσουμε, θα πέσομε
εσείς — you (plural / polite) θα πέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πέσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω πέσει
εσύ — you θα έχεις πέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πέσει
εμείς — we θα έχουμε πέσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πέσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να πέφτω
εσύ — you να πέφτεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πέφτει
εμείς — we να πέφτουμε, να πέφτομε
εσείς — you (plural / polite) να πέφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πέφτουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να πέσω
εσύ — you να πέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πέσει
εμείς — we να πέσουμε, να πέσομε
εσείς — you (plural / polite) να πέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πέσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω πέσει
εσύ — you να έχεις πέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πέσει
εμείς — we να έχουμε πέσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πέσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: πέφτε / πέφτετε.

Simple: πέσε (εσύ); πέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The irregular perfective is έπεσα, θα πέσω, έχω πέσει. πίπτω is a learned related form; it is not mixed into the everyday paradigm here.

Η θερμοκρασία έπεσε.

The temperature fell.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πέφτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pefto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /pefto/