Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παύω — to cease; to stop; to dismiss

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παύω means to cease or stop; transitively it can mean to dismiss someone from office. The passive commonly means to be dismissed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παύω παύομαι
εσύ — you παύεις παύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παύει παύεται
εμείς — we παύουμε, παύομε παυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παύετε παύεστε, παυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παύουν(ε) παύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπαυα παυόμουν(α)
εσύ — you έπαυες παυόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπαυε παυόταν(ε)
εμείς — we παύαμε παυόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παύατε παυόσαστε, παυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπαυαν, παύαν(ε) παύονταν, παυόντανε, παυόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπαψα, έπαυσα παύτηκα, παύθηκα
εσύ — you έπαψες, έπαυσες παύτηκες, παύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπαψε, έπαυσε παύτηκε, παύθηκε
εμείς — we πάψαμε, παύσαμε παυτήκαμε, παυθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πάψατε, παύσατε παυτήκατε, παυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπαψαν, πάψαν(ε), έπαυσαν, παύσαν(ε) παύτηκαν, παυτήκαν(ε), παύθηκαν, παυθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πάψει έχω παυθεί
εσύ — you έχεις πάψει έχεις παυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πάψει έχει παυθεί
εμείς — we έχουμε πάψει έχουμε παυθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πάψει έχετε παυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πάψει έχουν παυθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πάψει είχα παυθεί
εσύ — you είχες πάψει είχες παυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πάψει είχε παυθεί
εμείς — we είχαμε πάψει είχαμε παυθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πάψει είχατε παυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πάψει είχαν παυθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παύω θα παύομαι
εσύ — you θα παύεις θα παύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παύει θα παύεται
εμείς — we θα παύουμε, θα παύομε θα παυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παύετε θα παύεστε, θα παυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παύουν(ε) θα παύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πάψω, θα παύσω θα παυτώ, θα παυθώ
εσύ — you θα πάψεις, θα παύσεις θα παυτείς, θα παυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πάψει, θα παύσει θα παυτεί, θα παυθεί
εμείς — we θα πάψουμε, θα πάψομε, θα παύσουμε, θα παύσομε θα παυτούμε, θα παυθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πάψετε, θα παύσετε θα παυτείτε, θα παυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πάψουν(ε), θα παύσουν(ε) θα παυτούν(ε), θα παυθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πάψει θα έχω παυθεί
εσύ — you θα έχεις πάψει θα έχεις παυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πάψει θα έχει παυθεί
εμείς — we θα έχουμε πάψει θα έχουμε παυθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πάψει θα έχετε παυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πάψει θα έχουν παυθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παύω να παύομαι
εσύ — you να παύεις να παύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παύει να παύεται
εμείς — we να παύουμε, να παύομε να παυόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παύετε να παύεστε, να παυόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παύουν(ε) να παύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πάψω, να παύσω να παυτώ, να παυθώ
εσύ — you να πάψεις, να παύσεις να παυτείς, να παυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πάψει, να παύσει να παυτεί, να παυθεί
εμείς — we να πάψουμε, να πάψομε, να παύσουμε, να παύσομε να παυτούμε, να παυθούμε
εσείς — you (plural / polite) να πάψετε, να παύσετε να παυτείτε, να παυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πάψουν(ε), να παύσουν(ε) να παυτούν(ε), να παυθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πάψει να έχω παυθεί
εσύ — you να έχεις πάψει να έχεις παυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πάψει να έχει παυθεί
εμείς — we να έχουμε πάψει να έχουμε παυθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πάψει να έχετε παυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πάψει να έχουν παυθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: πάψε, παύσε (εσύ); πάψτε, παύστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active perfective variants are έπαψα / πάψω / πάψει and έπαυσα / παύσω / παύσει. Compounds here use πάψει.
  • Passive variants include παύτηκα / παυτεί and παύθηκα / παυθεί; compounds here use παυθεί.

Έπαψε να βρέχει.

It stopped raining.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pauo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /pauo/