Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παύω means to cease or stop; transitively it can mean to dismiss someone from office. The passive commonly means to be dismissed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
παύω |
παύομαι |
| εσύ — you |
παύεις |
παύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
παύει |
παύεται |
| εμείς — we |
παύουμε, παύομε |
παυόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
παύετε |
παύεστε, παυόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
παύουν(ε) |
παύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
έπαυα |
παυόμουν(α) |
| εσύ — you |
έπαυες |
παυόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έπαυε |
παυόταν(ε) |
| εμείς — we |
παύαμε |
παυόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) |
παύατε |
παυόσαστε, παυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έπαυαν, παύαν(ε) |
παύονταν, παυόντανε, παυόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
έπαψα, έπαυσα |
παύτηκα, παύθηκα |
| εσύ — you |
έπαψες, έπαυσες |
παύτηκες, παύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έπαψε, έπαυσε |
παύτηκε, παύθηκε |
| εμείς — we |
πάψαμε, παύσαμε |
παυτήκαμε, παυθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
πάψατε, παύσατε |
παυτήκατε, παυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έπαψαν, πάψαν(ε), έπαυσαν, παύσαν(ε) |
παύτηκαν, παυτήκαν(ε), παύθηκαν, παυθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
έχω πάψει |
έχω παυθεί |
| εσύ — you |
έχεις πάψει |
έχεις παυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει πάψει |
έχει παυθεί |
| εμείς — we |
έχουμε πάψει |
έχουμε παυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε πάψει |
έχετε παυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν πάψει |
έχουν παυθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
είχα πάψει |
είχα παυθεί |
| εσύ — you |
είχες πάψει |
είχες παυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε πάψει |
είχε παυθεί |
| εμείς — we |
είχαμε πάψει |
είχαμε παυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε πάψει |
είχατε παυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν πάψει |
είχαν παυθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα παύω |
θα παύομαι |
| εσύ — you |
θα παύεις |
θα παύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα παύει |
θα παύεται |
| εμείς — we |
θα παύουμε, θα παύομε |
θα παυόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα παύετε |
θα παύεστε, θα παυόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα παύουν(ε) |
θα παύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα πάψω, θα παύσω |
θα παυτώ, θα παυθώ |
| εσύ — you |
θα πάψεις, θα παύσεις |
θα παυτείς, θα παυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα πάψει, θα παύσει |
θα παυτεί, θα παυθεί |
| εμείς — we |
θα πάψουμε, θα πάψομε, θα παύσουμε, θα παύσομε |
θα παυτούμε, θα παυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα πάψετε, θα παύσετε |
θα παυτείτε, θα παυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα πάψουν(ε), θα παύσουν(ε) |
θα παυτούν(ε), θα παυθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα έχω πάψει |
θα έχω παυθεί |
| εσύ — you |
θα έχεις πάψει |
θα έχεις παυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει πάψει |
θα έχει παυθεί |
| εμείς — we |
θα έχουμε πάψει |
θα έχουμε παυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε πάψει |
θα έχετε παυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν πάψει |
θα έχουν παυθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να παύω |
να παύομαι |
| εσύ — you |
να παύεις |
να παύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να παύει |
να παύεται |
| εμείς — we |
να παύουμε, να παύομε |
να παυόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να παύετε |
να παύεστε, να παυόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να παύουν(ε) |
να παύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να πάψω, να παύσω |
να παυτώ, να παυθώ |
| εσύ — you |
να πάψεις, να παύσεις |
να παυτείς, να παυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να πάψει, να παύσει |
να παυτεί, να παυθεί |
| εμείς — we |
να πάψουμε, να πάψομε, να παύσουμε, να παύσομε |
να παυτούμε, να παυθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να πάψετε, να παύσετε |
να παυτείτε, να παυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να πάψουν(ε), να παύσουν(ε) |
να παυτούν(ε), να παυθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να έχω πάψει |
να έχω παυθεί |
| εσύ — you |
να έχεις πάψει |
να έχεις παυθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει πάψει |
να έχει παυθεί |
| εμείς — we |
να έχουμε πάψει |
να έχουμε παυθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε πάψει |
να έχετε παυθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν πάψει |
να έχουν παυθεί |
Imperative · Προστακτική
Simple: πάψε, παύσε (εσύ); πάψτε, παύστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Active perfective variants are έπαψα / πάψω / πάψει and έπαυσα / παύσω / παύσει. Compounds here use πάψει.
- Passive variants include παύτηκα / παυτεί and παύθηκα / παυθεί; compounds here use παυθεί.
Έπαψε να βρέχει.
It stopped raining.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παύω.
Make this verb part of your Greek
Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.
Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.