Modern Greek verb conjugation
ανέχομαι · to tolerate; to put up with
Δεν ανέχομαι αυτή τη συμπεριφορά. — I do not tolerate this behaviour.
Voice and alternatives: A deponent verb: passive-form endings with an active meaning. Both ανέχθηκα / ανέχτηκα and ανεχθεί / ανεχτεί are used.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | ανέχομαι |
| εσύ · you | ανέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέχεται |
| εμείς · we | ανεχόμαστε |
| εσείς · you | ανέχεστε, ανεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέχονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | ανεχόμουν(α) |
| εσύ · you | ανεχόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανεχόταν(ε) |
| εμείς · we | ανεχόμαστε, ανεχόμασταν |
| εσείς · you | ανεχόσαστε, ανεχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέχονταν, ανεχόντανε, ανεχόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | ανέχθηκα, ανέχτηκα |
| εσύ · you | ανέχθηκες, ανέχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέχθηκε, ανέχτηκε |
| εμείς · we | ανεχθήκαμε, ανεχτήκαμε |
| εσείς · you | ανεχθήκατε, ανεχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέχθηκαν/ανέχτηκαν, ανεχθήκαν(ε)/ανεχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | έχω ανεχθεί έχω ανεχτεί |
| εσύ · you | έχεις ανεχθεί έχεις ανεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ανεχθεί έχει ανεχτεί |
| εμείς · we | έχουμε ανεχθεί έχουμε ανεχτεί |
| εσείς · you | έχετε ανεχθεί έχετε ανεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ανεχθεί έχουν ανεχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | είχα ανεχθεί είχα ανεχτεί |
| εσύ · you | είχες ανεχθεί είχες ανεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ανεχθεί είχε ανεχτεί |
| εμείς · we | είχαμε ανεχθεί είχαμε ανεχτεί |
| εσείς · you | είχατε ανεχθεί είχατε ανεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ανεχθεί είχαν ανεχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανέχομαι |
| εσύ · you | θα ανέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανέχεται |
| εμείς · we | θα ανεχόμαστε |
| εσείς · you | θα ανέχεστε, θα ανεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανέχονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | θα ανεχθώ, θα ανεχτώ |
| εσύ · you | θα ανεχθείς, θα ανεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ανεχθεί, θα ανεχτεί |
| εμείς · we | θα ανεχθούμε, θα ανεχτούμε |
| εσείς · you | θα ανεχθείτε, θα ανεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ανεχθούν(ε), θα ανεχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ανεχθεί θα έχω ανεχτεί |
| εσύ · you | θα έχεις ανεχθεί θα έχεις ανεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ανεχθεί θα έχει ανεχτεί |
| εμείς · we | θα έχουμε ανεχθεί θα έχουμε ανεχτεί |
| εσείς · you | θα έχετε ανεχθεί θα έχετε ανεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ανεχθεί θα έχουν ανεχτεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | να ανέχομαι |
| εσύ · you | να ανέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανέχεται |
| εμείς · we | να ανεχόμαστε |
| εσείς · you | να ανέχεστε, να ανεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανέχονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | να ανεχθώ, να ανεχτώ |
| εσύ · you | να ανεχθείς, να ανεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ανεχθεί, να ανεχτεί |
| εμείς · we | να ανεχθούμε, να ανεχτούμε |
| εσείς · you | να ανεχθείτε, να ανεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ανεχθούν(ε), να ανεχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Form · Τύπος |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω ανεχθεί να έχω ανεχτεί |
| εσύ · you | να έχεις ανεχθεί να έχεις ανεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ανεχθεί να έχει ανεχτεί |
| εμείς · we | να έχουμε ανεχθεί να έχουμε ανεχτεί |
| εσείς · you | να έχετε ανεχθεί να έχετε ανεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ανεχθεί να έχουν ανεχτεί |
Imperative · Προστακτική
Simple: ανέξου / ανεχθείτε, ανεχτείτε.
Continuous instruction: να ανέχεσαι / να ανέχεστε; the plural imperative ανέχεστε also occurs.
Μην ανέχεσαι την αδικία. — Do not put up with injustice.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ανεχόμενος, ανεχόμενη, ανεχόμενο (formal).
Perfect participial construction: έχοντας ανεχθεί / ανεχτεί.
Invariant compound-tense form: ανεχθεί / ανεχτεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anexomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.