ΜΑΧΟΜΑΙ
I fight
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
μάχομαι μαχόμαστε
μάχεσαι μάχεστε, μαχόσαστε
μάχεται μάχονται
Imper
fect
μαχόμουν(α) μαχόμαστε, μαχόμασταν
μαχόσουν(α) μαχόσαστε, μαχόσασταν
μαχόταν(ε) μάχονταν, μαχόντανε, μαχόντουσαν
Fut
ure
Cont
inuous
θα μάχομαι θα μαχόμαστε
θα μάχεσαι θα μάχεστε, θα μαχόσαστε
θα μάχεται θα μάχονται
SUB
JUNC
TIVE
Pres
ent
να μάχομαι να μαχόμαστε
να μάχεσαι να μάχεστε, να μαχόσαστε
να μάχεται να μάχονται
Imper
ative
Pres μάχεστε
Part
iciple
Pres