Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μαζεύω — to collect; to gather; to tidy up

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μαζεύω means to collect, gather, pick up, or tidy up. μαζεύομαι means to gather together or draw oneself in.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μαζεύω μαζεύομαι
εσύ — you μαζεύεις μαζεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μαζεύει μαζεύεται
εμείς — we μαζεύουμε, μαζεύομε μαζευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μαζεύετε μαζεύεστε, μαζευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μαζεύουν(ε) μαζεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μάζευα μαζευόμουν(α)
εσύ — you μάζευες μαζευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μάζευε μαζευόταν(ε)
εμείς — we μαζεύαμε μαζευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μαζεύατε μαζευόσαστε, μαζευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μάζευαν, μαζεύαν(ε) μαζεύονταν, μαζευόντανε, μαζευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μάζεψα μαζεύτηκα
εσύ — you μάζεψες μαζεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μάζεψε μαζεύτηκε
εμείς — we μαζέψαμε μαζευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μαζέψατε μαζευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μάζεψαν, μαζέψαν(ε) μαζεύτηκαν, μαζευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μαζέψει έχω μαζευτεί
εσύ — you έχεις μαζέψει έχεις μαζευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μαζέψει έχει μαζευτεί
εμείς — we έχουμε μαζέψει έχουμε μαζευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μαζέψει έχετε μαζευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μαζέψει έχουν μαζευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μαζέψει είχα μαζευτεί
εσύ — you είχες μαζέψει είχες μαζευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μαζέψει είχε μαζευτεί
εμείς — we είχαμε μαζέψει είχαμε μαζευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μαζέψει είχατε μαζευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μαζέψει είχαν μαζευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μαζεύω θα μαζεύομαι
εσύ — you θα μαζεύεις θα μαζεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαζεύει θα μαζεύεται
εμείς — we θα μαζεύουμε, θα μαζεύομε θα μαζευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μαζεύετε θα μαζεύεστε, θα μαζευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαζεύουν(ε) θα μαζεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μαζέψω θα μαζευτώ
εσύ — you θα μαζέψεις θα μαζευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μαζέψει θα μαζευτεί
εμείς — we θα μαζέψουμε, θα μαζέψομε θα μαζευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μαζέψετε θα μαζευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μαζέψουν(ε) θα μαζευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μαζέψει θα έχω μαζευτεί
εσύ — you θα έχεις μαζέψει θα έχεις μαζευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μαζέψει θα έχει μαζευτεί
εμείς — we θα έχουμε μαζέψει θα έχουμε μαζευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μαζέψει θα έχετε μαζευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μαζέψει θα έχουν μαζευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μαζεύω να μαζεύομαι
εσύ — you να μαζεύεις να μαζεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαζεύει να μαζεύεται
εμείς — we να μαζεύουμε, να μαζεύομε να μαζευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μαζεύετε να μαζεύεστε, να μαζευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαζεύουν(ε) να μαζεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μαζέψω να μαζευτώ
εσύ — you να μαζέψεις να μαζευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μαζέψει να μαζευτεί
εμείς — we να μαζέψουμε, να μαζέψομε να μαζευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να μαζέψετε να μαζευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μαζέψουν(ε) να μαζευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μαζέψει να έχω μαζευτεί
εσύ — you να έχεις μαζέψει να έχεις μαζευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μαζέψει να έχει μαζευτεί
εμείς — we να έχουμε μαζέψει να έχουμε μαζευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μαζέψει να έχετε μαζευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μαζέψει να έχουν μαζευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous μάζευε μαζεύετε — μαζεύεστε
Simple μάζεψε μαζέψτε μαζέψου μαζευτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μάζεψε τα παιχνίδια.

Put the toys away.

Μαζευτήκαμε στο σπίτι.

We gathered at the house.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μαζεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/mazeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /mazeuo/