Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παραδέχομαι means to admit, acknowledge, or accept, with middle endings and active meaning.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
παραδέχομαι |
| εσύ — you |
παραδέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
παραδέχεται |
| εμείς — we |
παραδεχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
παραδέχεστε, παραδεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
παραδέχονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
παραδεχόμουν(α) |
| εσύ — you |
παραδεχόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
παραδεχόταν(ε) |
| εμείς — we |
παραδεχόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) |
παραδεχόσαστε, παραδεχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
παραδέχονταν, παραδεχόντανε, παραδεχόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
παραδέχθηκα, παραδέχτηκα |
| εσύ — you |
παραδέχθηκες, παραδέχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
παραδέχθηκε, παραδέχτηκε |
| εμείς — we |
παραδεχθήκαμε, παραδεχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
παραδεχθήκατε, παραδεχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
παραδέχθηκαν, παραδέχτηκαν, παραδεχθήκαν(ε), παραδεχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω παραδεχτεί |
| εσύ — you |
έχεις παραδεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει παραδεχτεί |
| εμείς — we |
έχουμε παραδεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε παραδεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν παραδεχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα παραδεχτεί |
| εσύ — you |
είχες παραδεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε παραδεχτεί |
| εμείς — we |
είχαμε παραδεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε παραδεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν παραδεχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα παραδέχομαι |
| εσύ — you |
θα παραδέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα παραδέχεται |
| εμείς — we |
θα παραδεχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα παραδέχεστε, θα παραδεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα παραδέχονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα παραδεχθώ, θα παραδεχτώ |
| εσύ — you |
θα παραδεχθείς, θα παραδεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα παραδεχθεί, θα παραδεχτεί |
| εμείς — we |
θα παραδεχθούμε, θα παραδεχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα παραδεχθείτε, θα παραδεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα παραδεχθούν(ε), θα παραδεχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω παραδεχτεί |
| εσύ — you |
θα έχεις παραδεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει παραδεχτεί |
| εμείς — we |
θα έχουμε παραδεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε παραδεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν παραδεχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να παραδέχομαι |
| εσύ — you |
να παραδέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να παραδέχεται |
| εμείς — we |
να παραδεχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να παραδέχεστε, να παραδεχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να παραδέχονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να παραδεχθώ, να παραδεχτώ |
| εσύ — you |
να παραδεχθείς, να παραδεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να παραδεχθεί, να παραδεχτεί |
| εμείς — we |
να παραδεχθούμε, να παραδεχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να παραδεχθείτε, να παραδεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να παραδεχθούν(ε), να παραδεχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω παραδεχτεί |
| εσύ — you |
να έχεις παραδεχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει παραδεχτεί |
| εμείς — we |
να έχουμε παραδεχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε παραδεχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν παραδεχτεί |
Imperative · Προστακτική
Simple: παραδέξου (εσύ); παραδεχτείτε, παραδεχθείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Both παραδέχτηκα / παραδεχτώ / παραδεχτεί and παραδέχθηκα / παραδεχθώ / παραδεχθεί are used. Compounds here use παραδεχτεί.
- The command is παραδέξου; δέξου belongs to δέχομαι.
Παραδέξου το λάθος σου.
Admit your mistake.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παραδέχομαι.
Make this verb part of your Greek
Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.
Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.