Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παντρεύω — to marry

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παντρεύω means to marry a couple, marry someone off, or act as wedding sponsor. παντρεύομαι means to get married or marry someone as one’s spouse.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I παντρεύω παντρεύομαι
εσύ — you παντρεύεις παντρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παντρεύει παντρεύεται
εμείς — we παντρεύουμε, παντρεύομε παντρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) παντρεύετε παντρεύεστε, παντρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παντρεύουν(ε) παντρεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πάντρευα παντρευόμουν(α)
εσύ — you πάντρευες παντρευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πάντρευε παντρευόταν(ε)
εμείς — we παντρεύαμε παντρευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) παντρεύατε παντρευόσαστε, παντρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πάντρευαν, παντρεύαν(ε) παντρεύονταν, παντρευόντανε, παντρευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πάντρεψα παντρεύτηκα
εσύ — you πάντρεψες παντρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πάντρεψε παντρεύτηκε
εμείς — we παντρέψαμε παντρευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) παντρέψατε παντρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πάντρεψαν, παντρέψαν(ε) παντρεύτηκαν, παντρευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω παντρέψει έχω παντρευτεί
εσύ — you έχεις παντρέψει έχεις παντρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παντρέψει έχει παντρευτεί
εμείς — we έχουμε παντρέψει έχουμε παντρευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε παντρέψει έχετε παντρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παντρέψει έχουν παντρευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα παντρέψει είχα παντρευτεί
εσύ — you είχες παντρέψει είχες παντρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παντρέψει είχε παντρευτεί
εμείς — we είχαμε παντρέψει είχαμε παντρευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε παντρέψει είχατε παντρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παντρέψει είχαν παντρευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παντρεύω θα παντρεύομαι
εσύ — you θα παντρεύεις θα παντρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παντρεύει θα παντρεύεται
εμείς — we θα παντρεύουμε, θα παντρεύομε θα παντρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα παντρεύετε θα παντρεύεστε, θα παντρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παντρεύουν(ε) θα παντρεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα παντρέψω θα παντρευτώ
εσύ — you θα παντρέψεις θα παντρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παντρέψει θα παντρευτεί
εμείς — we θα παντρέψουμε, θα παντρέψομε θα παντρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παντρέψετε θα παντρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παντρέψουν(ε) θα παντρευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω παντρέψει θα έχω παντρευτεί
εσύ — you θα έχεις παντρέψει θα έχεις παντρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παντρέψει θα έχει παντρευτεί
εμείς — we θα έχουμε παντρέψει θα έχουμε παντρευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παντρέψει θα έχετε παντρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παντρέψει θα έχουν παντρευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παντρεύω να παντρεύομαι
εσύ — you να παντρεύεις να παντρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παντρεύει να παντρεύεται
εμείς — we να παντρεύουμε, να παντρεύομε να παντρευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να παντρεύετε να παντρεύεστε, να παντρευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παντρεύουν(ε) να παντρεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να παντρέψω να παντρευτώ
εσύ — you να παντρέψεις να παντρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παντρέψει να παντρευτεί
εμείς — we να παντρέψουμε, να παντρέψομε να παντρευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να παντρέψετε να παντρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παντρέψουν(ε) να παντρευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω παντρέψει να έχω παντρευτεί
εσύ — you να έχεις παντρέψει να έχεις παντρευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παντρέψει να έχει παντρευτεί
εμείς — we να έχουμε παντρέψει να έχουμε παντρευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παντρέψει να έχετε παντρευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παντρέψει να έχουν παντρευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πάντρευε παντρεύετε — παντρεύεστε
Simple πάντρεψε παντρέψτε παντρέψου παντρευτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • είμαι παντρεμένος means “I am married”; έχω παντρευτεί describes having got married.

Παντρεύτηκα πέρσι.

I got married last year.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παντρεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pantreuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /pantreuo/