Modern Greek verb conjugation
αλλάζω · to change; to exchange
Passive: αλλάζομαι.
Άλλαξα γνώμη. — I changed my mind. Άλλαξα το εισιτήριο. — I changed/exchanged the ticket.
Perfect versus state: έχω αλλάξει means I have changed; έχω αλλαχτεί means I have been changed, in a suitable context. Είμαι αλλαγμένος/αλλαγμένη describes a changed state and is not interchangeable with both.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αλλάζω | αλλάζομαι |
| εσύ · you | αλλάζεις | αλλάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αλλάζει | αλλάζεται |
| εμείς · we | αλλάζουμε, αλλάζομε | αλλαζόμαστε |
| εσείς · you | αλλάζετε | αλλάζεστε, αλλαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αλλάζουν(ε) | αλλάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | άλλαζα | αλλαζόμουν(α) |
| εσύ · you | άλλαζες | αλλαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άλλαζε | αλλαζόταν(ε) |
| εμείς · we | αλλάζαμε | αλλαζόμαστε, αλλαζόμασταν |
| εσείς · you | αλλάζατε | αλλαζόσαστε, αλλαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άλλαζαν, αλλάζαν(ε) | αλλάζονταν, αλλαζόντανε, αλλαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | άλλαξα | αλλάχτηκα |
| εσύ · you | άλλαξες | αλλάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άλλαξε | αλλάχτηκε |
| εμείς · we | αλλάξαμε | αλλαχτήκαμε |
| εσείς · you | αλλάξατε | αλλαχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άλλαξαν, αλλάξαν(ε) | αλλάχτηκαν, αλλαχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αλλάξει | έχω αλλαχτεί |
| εσύ · you | έχεις αλλάξει | έχεις αλλαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αλλάξει | έχει αλλαχτεί |
| εμείς · we | έχουμε αλλάξει | έχουμε αλλαχτεί |
| εσείς · you | έχετε αλλάξει | έχετε αλλαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αλλάξει | έχουν αλλαχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αλλάξει | είχα αλλαχτεί |
| εσύ · you | είχες αλλάξει | είχες αλλαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αλλάξει | είχε αλλαχτεί |
| εμείς · we | είχαμε αλλάξει | είχαμε αλλαχτεί |
| εσείς · you | είχατε αλλάξει | είχατε αλλαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αλλάξει | είχαν αλλαχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αλλάζω | θα αλλάζομαι |
| εσύ · you | θα αλλάζεις | θα αλλάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αλλάζει | θα αλλάζεται |
| εμείς · we | θα αλλάζουμε, θα αλλάζομε | θα αλλαζόμαστε |
| εσείς · you | θα αλλάζετε | θα αλλάζεστε, θα αλλαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αλλάζουν(ε) | θα αλλάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αλλάξω | θα αλλαχτώ |
| εσύ · you | θα αλλάξεις | θα αλλαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αλλάξει | θα αλλαχτεί |
| εμείς · we | θα αλλάξουμε, θα αλλάξομε | θα αλλαχτούμε |
| εσείς · you | θα αλλάξετε | θα αλλαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αλλάξουν(ε) | θα αλλαχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αλλάξει | θα έχω αλλαχτεί |
| εσύ · you | θα έχεις αλλάξει | θα έχεις αλλαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αλλάξει | θα έχει αλλαχτεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αλλάξει | θα έχουμε αλλαχτεί |
| εσείς · you | θα έχετε αλλάξει | θα έχετε αλλαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αλλάξει | θα έχουν αλλαχτεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αλλάζω | να αλλάζομαι |
| εσύ · you | να αλλάζεις | να αλλάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αλλάζει | να αλλάζεται |
| εμείς · we | να αλλάζουμε, να αλλάζομε | να αλλαζόμαστε |
| εσείς · you | να αλλάζετε | να αλλάζεστε, να αλλαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αλλάζουν(ε) | να αλλάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αλλάξω | να αλλαχτώ |
| εσύ · you | να αλλάξεις | να αλλαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αλλάξει | να αλλαχτεί |
| εμείς · we | να αλλάξουμε, να αλλάξομε | να αλλαχτούμε |
| εσείς · you | να αλλάξετε | να αλλαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αλλάξουν(ε) | να αλλαχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αλλάξει | να έχω αλλαχτεί |
| εσύ · you | να έχεις αλλάξει | να έχεις αλλαχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αλλάξει | να έχει αλλαχτεί |
| εμείς · we | να έχουμε αλλάξει | να έχουμε αλλαχτεί |
| εσείς · you | να έχετε αλλάξει | να έχετε αλλαχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αλλάξει | να έχουν αλλαχτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: άλλαζε / αλλάζετε.
Simple active: άλλαξε / αλλάξτε; plural alternative αλλάχτε.
Simple passive: αλλάξου / αλλαχτείτε.
Άλλαξε ρούχα. — Change your clothes.
Voice and meaning: Many ordinary uses of change, including άλλαξα γνώμη / άλλαξα ρούχα, use the active form. Do not automatically use the passive because English has no object or because the action concerns yourself.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αλλάζοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αλλάξει / έχοντας αλλαχτεί.
Passive participle: αλλαγμένος, αλλαγμένη, αλλαγμένο; plural αλλαγμένοι, αλλαγμένες, αλλαγμένα.
Invariant compound-tense forms: αλλάξει / αλλαχτεί; not independently used infinitives.
Learned form: αλλάσσω belongs to learned or older usage; the tables use the ordinary modern form αλλάζω.
https://moderngreekverbs.com/allazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.