Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αλέθω — to grind, mill

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αλέθω · to grind; to mill

Passive: αλέθομαι.

Αλέθουμε τον καφέ. — We grind the coffee.

Perfect versus result: έχω αλέσει / έχω αλεστεί are the compound perfect forms. Ο καφές είναι αλεσμένος describes the coffee as ground. Έχω τον καφέ αλεσμένο needs the object and expresses a resulting state; it is not simply an interchangeable tense form.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαλέθωαλέθομαι
εσύ · youαλέθειςαλέθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαλέθειαλέθεται
εμείς · weαλέθουμε, αλέθομεαλεθόμαστε
εσείς · youαλέθετεαλέθεστε, αλεθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαλέθουν(ε)αλέθονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάλεθααλεθόμουν(α)
εσύ · youάλεθεςαλεθόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάλεθεαλεθόταν(ε)
εμείς · weαλέθαμεαλεθόμαστε, αλεθόμασταν
εσείς · youαλέθατεαλεθόσαστε, αλεθόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάλεθαν, αλέθαν(ε)αλέθονταν, αλεθόντανε, αλεθόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάλεσααλέστηκα
εσύ · youάλεσεςαλέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάλεσεαλέστηκε
εμείς · weαλέσαμεαλεστήκαμε
εσείς · youαλέσατεαλεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάλεσαν, αλέσαν(ε)αλέστηκαν, αλεστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αλέσειέχω αλεστεί
εσύ · youέχεις αλέσειέχεις αλεστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αλέσειέχει αλεστεί
εμείς · weέχουμε αλέσειέχουμε αλεστεί
εσείς · youέχετε αλέσειέχετε αλεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αλέσειέχουν αλεστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αλέσειείχα αλεστεί
εσύ · youείχες αλέσειείχες αλεστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αλέσειείχε αλεστεί
εμείς · weείχαμε αλέσειείχαμε αλεστεί
εσείς · youείχατε αλέσειείχατε αλεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αλέσειείχαν αλεστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αλέθωθα αλέθομαι
εσύ · youθα αλέθειςθα αλέθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αλέθειθα αλέθεται
εμείς · weθα αλέθουμε, θα αλέθομεθα αλεθόμαστε
εσείς · youθα αλέθετεθα αλέθεστε, θα αλεθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αλέθουν(ε)θα αλέθονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αλέσωθα αλεστώ
εσύ · youθα αλέσειςθα αλεστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αλέσειθα αλεστεί
εμείς · weθα αλέσουμε, θα αλέσομεθα αλεστούμε
εσείς · youθα αλέσετεθα αλεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αλέσουν(ε)θα αλεστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αλέσειθα έχω αλεστεί
εσύ · youθα έχεις αλέσειθα έχεις αλεστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αλέσειθα έχει αλεστεί
εμείς · weθα έχουμε αλέσειθα έχουμε αλεστεί
εσείς · youθα έχετε αλέσειθα έχετε αλεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αλέσειθα έχουν αλεστεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αλέθωνα αλέθομαι
εσύ · youνα αλέθειςνα αλέθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αλέθεινα αλέθεται
εμείς · weνα αλέθουμε, να αλέθομενα αλεθόμαστε
εσείς · youνα αλέθετενα αλέθεστε, να αλεθόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αλέθουν(ε)να αλέθονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αλέσωνα αλεστώ
εσύ · youνα αλέσειςνα αλεστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αλέσεινα αλεστεί
εμείς · weνα αλέσουμε, να αλέσομενα αλεστούμε
εσείς · youνα αλέσετενα αλεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αλέσουν(ε)να αλεστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αλέσεινα έχω αλεστεί
εσύ · youνα έχεις αλέσεινα έχεις αλεστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αλέσεινα έχει αλεστεί
εμείς · weνα έχουμε αλέσεινα έχουμε αλεστεί
εσείς · youνα έχετε αλέσεινα έχετε αλεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αλέσεινα έχουν αλεστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: άλεθε / αλέθετε.

Simple active: άλεσε / αλέστε.

Simple passive: αλέσου / αλεστείτε; unusual as personal commands, so interpret in context.

Άλεσε τον καφέ λίγο πιο ψιλό. — Grind the coffee a little finer.

Accent: Use άλεθε / άλεσε for the singular active commands. The old spellings with the accent on the second syllable are not the learner models used here.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αλέθοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας αλέσει / έχοντας αλεστεί.

Passive participle: αλεσμένος, αλεσμένη, αλεσμένο; plural αλεσμένοι, αλεσμένες, αλεσμένα.

Invariant compound-tense forms: αλέσει / αλεστεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/aletho/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /aletho/