Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αλείφω · to spread; to smear; to apply
Passive: αλείφομαι.
Αλείφω βούτυρο στο ψωμί. — I spread butter on the bread.
Perfect versus result: έχω αλείψει / έχω αλειφτεί are the compound perfect forms. Το ψωμί είναι αλειμμένο με βούτυρο describes the resulting state of the bread. Έχω το ψωμί αλειμμένο also needs its object and context; it is not simply a second conjugation of the perfect.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αλείφω | αλείφομαι |
| εσύ · you | αλείφεις | αλείφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αλείφει | αλείφεται |
| εμείς · we | αλείφουμε, αλείφομε | αλειφόμαστε |
| εσείς · you | αλείφετε | αλείφεστε, αλειφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αλείφουν(ε) | αλείφονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | άλειφα | αλειφόμουν(α) |
| εσύ · you | άλειφες | αλειφόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άλειφε | αλειφόταν(ε) |
| εμείς · we | αλείφαμε | αλειφόμαστε, αλειφόμασταν |
| εσείς · you | αλείφατε | αλειφόσαστε, αλειφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άλειφαν, αλείφαν(ε) | αλείφονταν, αλειφόντανε, αλειφόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | άλειψα | αλείφτηκα |
| εσύ · you | άλειψες | αλείφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | άλειψε | αλείφτηκε |
| εμείς · we | αλείψαμε | αλειφτήκαμε |
| εσείς · you | αλείψατε | αλειφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | άλειψαν, αλείψαν(ε) | αλείφτηκαν, αλειφτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αλείψει | έχω αλειφτεί |
| εσύ · you | έχεις αλείψει | έχεις αλειφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αλείψει | έχει αλειφτεί |
| εμείς · we | έχουμε αλείψει | έχουμε αλειφτεί |
| εσείς · you | έχετε αλείψει | έχετε αλειφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αλείψει | έχουν αλειφτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αλείψει | είχα αλειφτεί |
| εσύ · you | είχες αλείψει | είχες αλειφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αλείψει | είχε αλειφτεί |
| εμείς · we | είχαμε αλείψει | είχαμε αλειφτεί |
| εσείς · you | είχατε αλείψει | είχατε αλειφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αλείψει | είχαν αλειφτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αλείφω | θα αλείφομαι |
| εσύ · you | θα αλείφεις | θα αλείφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αλείφει | θα αλείφεται |
| εμείς · we | θα αλείφουμε, θα αλείφομε | θα αλειφόμαστε |
| εσείς · you | θα αλείφετε | θα αλείφεστε, θα αλειφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αλείφουν(ε) | θα αλείφονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αλείψω | θα αλειφτώ |
| εσύ · you | θα αλείψεις | θα αλειφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αλείψει | θα αλειφτεί |
| εμείς · we | θα αλείψουμε, θα αλείψομε | θα αλειφτούμε |
| εσείς · you | θα αλείψετε | θα αλειφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αλείψουν(ε) | θα αλειφτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αλείψει | θα έχω αλειφτεί |
| εσύ · you | θα έχεις αλείψει | θα έχεις αλειφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αλείψει | θα έχει αλειφτεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αλείψει | θα έχουμε αλειφτεί |
| εσείς · you | θα έχετε αλείψει | θα έχετε αλειφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αλείψει | θα έχουν αλειφτεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αλείφω | να αλείφομαι |
| εσύ · you | να αλείφεις | να αλείφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αλείφει | να αλείφεται |
| εμείς · we | να αλείφουμε, να αλείφομε | να αλειφόμαστε |
| εσείς · you | να αλείφετε | να αλείφεστε, να αλειφόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αλείφουν(ε) | να αλείφονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αλείψω | να αλειφτώ |
| εσύ · you | να αλείψεις | να αλειφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αλείψει | να αλειφτεί |
| εμείς · we | να αλείψουμε, να αλείψομε | να αλειφτούμε |
| εσείς · you | να αλείψετε | να αλειφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αλείψουν(ε) | να αλειφτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αλείψει | να έχω αλειφτεί |
| εσύ · you | να έχεις αλείψει | να έχεις αλειφτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αλείψει | να έχει αλειφτεί |
| εμείς · we | να έχουμε αλείψει | να έχουμε αλειφτεί |
| εσείς · you | να έχετε αλείψει | να έχετε αλειφτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αλείψει | να έχουν αλειφτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: άλειφε / αλείφετε.
Simple active: άλειψε / αλείψτε; plural alternative αλείφτε.
Simple passive: αλείψου / αλειφτείτε.
Άλειψε λίγο βούτυρο στο ψωμί. — Spread a little butter on the bread.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αλείφοντας.
Perfect participial constructions: έχοντας αλείψει / έχοντας αλειφτεί.
Passive participle: αλειμμένος, αλειμμένη, αλειμμένο; plural αλειμμένοι, αλειμμένες, αλειμμένα. Note the spelling with double μμ.
Invariant compound-tense forms: αλείψει / αλειφτεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/aleifo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “αλείφω — to spread, smear, apply”
Comments are closed.