Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αλείφω — to spread, smear, apply

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αλείφω · to spread; to smear; to apply

Passive: αλείφομαι.

Αλείφω βούτυρο στο ψωμί. — I spread butter on the bread.

Perfect versus result: έχω αλείψει / έχω αλειφτεί are the compound perfect forms. Το ψωμί είναι αλειμμένο με βούτυρο describes the resulting state of the bread. Έχω το ψωμί αλειμμένο also needs its object and context; it is not simply a second conjugation of the perfect.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iαλείφωαλείφομαι
εσύ · youαλείφειςαλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαλείφειαλείφεται
εμείς · weαλείφουμε, αλείφομεαλειφόμαστε
εσείς · youαλείφετεαλείφεστε, αλειφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαλείφουν(ε)αλείφονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάλειφααλειφόμουν(α)
εσύ · youάλειφεςαλειφόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάλειφεαλειφόταν(ε)
εμείς · weαλείφαμεαλειφόμαστε, αλειφόμασταν
εσείς · youαλείφατεαλειφόσαστε, αλειφόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάλειφαν, αλείφαν(ε)αλείφονταν, αλειφόντανε, αλειφόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάλειψααλείφτηκα
εσύ · youάλειψεςαλείφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάλειψεαλείφτηκε
εμείς · weαλείψαμεαλειφτήκαμε
εσείς · youαλείψατεαλειφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάλειψαν, αλείψαν(ε)αλείφτηκαν, αλειφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω αλείψειέχω αλειφτεί
εσύ · youέχεις αλείψειέχεις αλειφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αλείψειέχει αλειφτεί
εμείς · weέχουμε αλείψειέχουμε αλειφτεί
εσείς · youέχετε αλείψειέχετε αλειφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αλείψειέχουν αλειφτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα αλείψειείχα αλειφτεί
εσύ · youείχες αλείψειείχες αλειφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αλείψειείχε αλειφτεί
εμείς · weείχαμε αλείψειείχαμε αλειφτεί
εσείς · youείχατε αλείψειείχατε αλειφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αλείψειείχαν αλειφτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αλείφωθα αλείφομαι
εσύ · youθα αλείφειςθα αλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αλείφειθα αλείφεται
εμείς · weθα αλείφουμε, θα αλείφομεθα αλειφόμαστε
εσείς · youθα αλείφετεθα αλείφεστε, θα αλειφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αλείφουν(ε)θα αλείφονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα αλείψωθα αλειφτώ
εσύ · youθα αλείψειςθα αλειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αλείψειθα αλειφτεί
εμείς · weθα αλείψουμε, θα αλείψομεθα αλειφτούμε
εσείς · youθα αλείψετεθα αλειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αλείψουν(ε)θα αλειφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω αλείψειθα έχω αλειφτεί
εσύ · youθα έχεις αλείψειθα έχεις αλειφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αλείψειθα έχει αλειφτεί
εμείς · weθα έχουμε αλείψειθα έχουμε αλειφτεί
εσείς · youθα έχετε αλείψειθα έχετε αλειφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αλείψειθα έχουν αλειφτεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αλείφωνα αλείφομαι
εσύ · youνα αλείφειςνα αλείφεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αλείφεινα αλείφεται
εμείς · weνα αλείφουμε, να αλείφομενα αλειφόμαστε
εσείς · youνα αλείφετενα αλείφεστε, να αλειφόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αλείφουν(ε)να αλείφονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα αλείψωνα αλειφτώ
εσύ · youνα αλείψειςνα αλειφτείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αλείψεινα αλειφτεί
εμείς · weνα αλείψουμε, να αλείψομενα αλειφτούμε
εσείς · youνα αλείψετενα αλειφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αλείψουν(ε)να αλειφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω αλείψεινα έχω αλειφτεί
εσύ · youνα έχεις αλείψεινα έχεις αλειφτεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αλείψεινα έχει αλειφτεί
εμείς · weνα έχουμε αλείψεινα έχουμε αλειφτεί
εσείς · youνα έχετε αλείψεινα έχετε αλειφτεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αλείψεινα έχουν αλειφτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous active: άλειφε / αλείφετε.

Simple active: άλειψε / αλείψτε; plural alternative αλείφτε.

Simple passive: αλείψου / αλειφτείτε.

Άλειψε λίγο βούτυρο στο ψωμί. — Spread a little butter on the bread.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αλείφοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας αλείψει / έχοντας αλειφτεί.

Passive participle: αλειμμένος, αλειμμένη, αλειμμένο; plural αλειμμένοι, αλειμμένες, αλειμμένα. Note the spelling with double μμ.

Invariant compound-tense forms: αλείψει / αλειφτεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/aleifo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

1 thought on “αλείφω — to spread, smear, apply”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /aleifo/