Modern Greek verb conjugation
αμαρτάνω · to sin
αμαρτάνω · to commit a sin, especially in a religious or moral sense.
Alternative: αμαρταίνω is a spoken alternative. This page follows αμαρτάνω, αμαρτάνεις; see also αμαρταίνω.
Πιστεύει ότι έχει αμαρτήσει. — He/she believes that he/she has sinned.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αμαρτάνω |
| εσύ · you | αμαρτάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αμαρτάνει |
| εμείς · we | αμαρτάνουμε, αμαρτάνομε |
| εσείς · you | αμαρτάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αμαρτάνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αμάρτανα |
| εσύ · you | αμάρτανες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αμάρτανε |
| εμείς · we | αμαρτάναμε |
| εσείς · you | αμαρτάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αμάρταναν, αμαρτάναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | αμάρτησα |
| εσύ · you | αμάρτησες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αμάρτησε |
| εμείς · we | αμαρτήσαμε |
| εσείς · you | αμαρτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αμάρτησαν, αμαρτήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω αμαρτήσει |
| εσύ · you | έχεις αμαρτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αμαρτήσει |
| εμείς · we | έχουμε αμαρτήσει |
| εσείς · you | έχετε αμαρτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αμαρτήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα αμαρτήσει |
| εσύ · you | είχες αμαρτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αμαρτήσει |
| εμείς · we | είχαμε αμαρτήσει |
| εσείς · you | είχατε αμαρτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αμαρτήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αμαρτάνω |
| εσύ · you | θα αμαρτάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αμαρτάνει |
| εμείς · we | θα αμαρτάνουμε, θα αμαρτάνομε |
| εσείς · you | θα αμαρτάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αμαρτάνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα αμαρτήσω |
| εσύ · you | θα αμαρτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αμαρτήσει |
| εμείς · we | θα αμαρτήσουμε, θα αμαρτήσομε |
| εσείς · you | θα αμαρτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αμαρτήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αμαρτήσει |
| εσύ · you | θα έχεις αμαρτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αμαρτήσει |
| εμείς · we | θα έχουμε αμαρτήσει |
| εσείς · you | θα έχετε αμαρτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αμαρτήσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αμαρτάνω |
| εσύ · you | να αμαρτάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αμαρτάνει |
| εμείς · we | να αμαρτάνουμε, να αμαρτάνομε |
| εσείς · you | να αμαρτάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αμαρτάνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να αμαρτήσω |
| εσύ · you | να αμαρτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αμαρτήσει |
| εμείς · we | να αμαρτήσουμε, να αμαρτήσομε |
| εσείς · you | να αμαρτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αμαρτήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω αμαρτήσει |
| εσύ · you | να έχεις αμαρτήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αμαρτήσει |
| εμείς · we | να έχουμε αμαρτήσει |
| εσείς · you | να έχετε αμαρτήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αμαρτήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: αμάρτανε / αμαρτάνετε.
Simple: αμάρτησε / αμαρτήστε. Affirmative commands depend on context. Μην αμαρτάνεις is a negative instruction: Do not sin.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: αμαρτάνοντας.
Perfect participial construction: έχοντας αμαρτήσει.
Learned/older form: ημαρτημένος is not an everyday alternative to έχοντας αμαρτήσει and should not be taught as an interchangeable perfect form.
Invariant compound-tense form: αμαρτήσει; not an independently used infinitive.
https://moderngreekverbs.com/amartano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
2 thoughts on “αμαρτάνω (amartano) — to sin”
Comments are closed.