αμαρτάνω (amartano) — to sin

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

αμαρτάνω · to sin

αμαρτάνω · to commit a sin, especially in a religious or moral sense.

Alternative: αμαρταίνω is a spoken alternative. This page follows αμαρτάνω, αμαρτάνεις; see also αμαρταίνω.

Πιστεύει ότι έχει αμαρτήσει. — He/she believes that he/she has sinned.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαμαρτάνω
εσύ · youαμαρτάνεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαμαρτάνει
εμείς · weαμαρτάνουμε, αμαρτάνομε
εσείς · youαμαρτάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαμαρτάνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαμάρτανα
εσύ · youαμάρτανες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαμάρτανε
εμείς · weαμαρτάναμε
εσείς · youαμαρτάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαμάρταναν, αμαρτάναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iαμάρτησα
εσύ · youαμάρτησες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itαμάρτησε
εμείς · weαμαρτήσαμε
εσείς · youαμαρτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyαμάρτησαν, αμαρτήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω αμαρτήσει
εσύ · youέχεις αμαρτήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει αμαρτήσει
εμείς · weέχουμε αμαρτήσει
εσείς · youέχετε αμαρτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν αμαρτήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα αμαρτήσει
εσύ · youείχες αμαρτήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε αμαρτήσει
εμείς · weείχαμε αμαρτήσει
εσείς · youείχατε αμαρτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν αμαρτήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αμαρτάνω
εσύ · youθα αμαρτάνεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αμαρτάνει
εμείς · weθα αμαρτάνουμε, θα αμαρτάνομε
εσείς · youθα αμαρτάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αμαρτάνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα αμαρτήσω
εσύ · youθα αμαρτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα αμαρτήσει
εμείς · weθα αμαρτήσουμε, θα αμαρτήσομε
εσείς · youθα αμαρτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα αμαρτήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω αμαρτήσει
εσύ · youθα έχεις αμαρτήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει αμαρτήσει
εμείς · weθα έχουμε αμαρτήσει
εσείς · youθα έχετε αμαρτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν αμαρτήσει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αμαρτάνω
εσύ · youνα αμαρτάνεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αμαρτάνει
εμείς · weνα αμαρτάνουμε, να αμαρτάνομε
εσείς · youνα αμαρτάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αμαρτάνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα αμαρτήσω
εσύ · youνα αμαρτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα αμαρτήσει
εμείς · weνα αμαρτήσουμε, να αμαρτήσομε
εσείς · youνα αμαρτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα αμαρτήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω αμαρτήσει
εσύ · youνα έχεις αμαρτήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει αμαρτήσει
εμείς · weνα έχουμε αμαρτήσει
εσείς · youνα έχετε αμαρτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν αμαρτήσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: αμάρτανε / αμαρτάνετε.

Simple: αμάρτησε / αμαρτήστε. Affirmative commands depend on context. Μην αμαρτάνεις is a negative instruction: Do not sin.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: αμαρτάνοντας.

Perfect participial construction: έχοντας αμαρτήσει.

Learned/older form: ημαρτημένος is not an everyday alternative to έχοντας αμαρτήσει and should not be taught as an interchangeable perfect form.

Invariant compound-tense form: αμαρτήσει; not an independently used infinitive.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/amartano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

2 thoughts on “αμαρτάνω (amartano) — to sin”

Comments are closed.

ModernGreekVerbs.com · /amartano/