Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
προσλαμβάνω means to hire or recruit. προσλαμβάνομαι means to be hired.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
προσλαμβάνω |
προσλαμβάνομαι |
| εσύ — you |
προσλαμβάνεις |
προσλαμβάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
προσλαμβάνει |
προσλαμβάνεται |
| εμείς — we |
προσλαμβάνουμε, προσλαμβάνομε |
προσλαμβανόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
προσλαμβάνετε |
προσλαμβάνεστε, προσλαμβανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
προσλαμβάνουν(ε) |
προσλαμβάνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
προσλάμβανα |
προσλαμβανόμουν(α) |
| εσύ — you |
προσλάμβανες |
προσλαμβανόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
προσλάμβανε |
προσλαμβανόταν(ε) |
| εμείς — we |
προσλαμβάναμε |
προσλαμβανόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) |
προσλαμβάνατε |
προσλαμβανόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
προσλάμβαναν, προσλαμβάναν(ε) |
προσλαμβάνονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
προσέλαβα |
προσλήφθηκα |
| εσύ — you |
προσέλαβες |
προσλήφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
προσέλαβε |
προσλήφθηκε, προσελήφθη |
| εμείς — we |
προσλάβαμε |
προσληφθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
προσλάβατε |
προσληφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
προσέλαβαν, προσλάβαν(ε) |
προσλήφθηκαν, προσελήφθησαν |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
έχω προσλάβει |
έχω προσληφθεί |
| εσύ — you |
έχεις προσλάβει |
έχεις προσληφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει προσλάβει |
έχει προσληφθεί |
| εμείς — we |
έχουμε προσλάβει |
έχουμε προσληφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε προσλάβει |
έχετε προσληφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν προσλάβει |
έχουν προσληφθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
είχα προσλάβει |
είχα προσληφθεί |
| εσύ — you |
είχες προσλάβει |
είχες προσληφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε προσλάβει |
είχε προσληφθεί |
| εμείς — we |
είχαμε προσλάβει |
είχαμε προσληφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε προσλάβει |
είχατε προσληφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν προσλάβει |
είχαν προσληφθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα προσλαμβάνω |
θα προσλαμβάνομαι |
| εσύ — you |
θα προσλαμβάνεις |
θα προσλαμβάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα προσλαμβάνει |
θα προσλαμβάνεται |
| εμείς — we |
θα προσλαμβάνουμε, θα προσλαμβάνομε |
θα προσλαμβανόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα προσλαμβάνετε |
θα προσλαμβάνεστε, θα προσλαμβανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα προσλαμβάνουν(ε) |
θα προσλαμβάνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα προσλάβω |
θα προσληφθώ |
| εσύ — you |
θα προσλάβεις |
θα προσληφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα προσλάβει |
θα προσληφθεί |
| εμείς — we |
θα προσλάβουμε, θα προσλάβομε |
θα προσληφθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα προσλάβετε |
θα προσληφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα προσλάβουν(ε) |
θα προσληφθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
θα έχω προσλάβει |
θα έχω προσληφθεί |
| εσύ — you |
θα έχεις προσλάβει |
θα έχεις προσληφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει προσλάβει |
θα έχει προσληφθεί |
| εμείς — we |
θα έχουμε προσλάβει |
θα έχουμε προσληφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε προσλάβει |
θα έχετε προσληφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν προσλάβει |
θα έχουν προσληφθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να προσλαμβάνω |
να προσλαμβάνομαι |
| εσύ — you |
να προσλαμβάνεις |
να προσλαμβάνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να προσλαμβάνει |
να προσλαμβάνεται |
| εμείς — we |
να προσλαμβάνουμε, να προσλαμβάνομε |
να προσλαμβανόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να προσλαμβάνετε |
να προσλαμβάνεστε, να προσλαμβανόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να προσλαμβάνουν(ε) |
να προσλαμβάνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να προσλάβω |
να προσληφθώ |
| εσύ — you |
να προσλάβεις |
να προσληφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να προσλάβει |
να προσληφθεί |
| εμείς — we |
να προσλάβουμε, να προσλάβομε |
να προσληφθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να προσλάβετε |
να προσληφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να προσλάβουν(ε) |
να προσληφθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Ενεργητική — Active |
Παθητική — Passive |
| εγώ — I |
να έχω προσλάβει |
να έχω προσληφθεί |
| εσύ — you |
να έχεις προσλάβει |
να έχεις προσληφθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει προσλάβει |
να έχει προσληφθεί |
| εμείς — we |
να έχουμε προσλάβει |
να έχουμε προσληφθεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε προσλάβει |
να έχετε προσληφθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν προσλάβει |
να έχουν προσληφθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: προσλάμβανε / προσλαμβάνετε.
Simple: πρόσλαβε (εσύ); προσλάβετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Active perfective: προσέλαβα / προσλάβω / προσλάβει. Passive: προσλήφθηκα / προσληφθώ / προσληφθεί.
- προσελήφθη / προσελήφθησαν are learned third-person aorist variants.
Η εταιρεία προσέλαβε δύο υπαλλήλους.
The company hired two employees.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προσλαμβάνω.