προσκαλώ — to invite

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προσκαλώ means to invite. προσκαλούμαι means to be invited.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προσκαλώ προσκαλούμαι
εσύ — you προσκαλείς προσκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσκαλεί προσκαλείται
εμείς — we προσκαλούμε προσκαλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) προσκαλείτε προσκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσκαλούν(ε) προσκαλούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προσκαλούσα προσκαλούμουν
εσύ — you προσκαλούσες προσκαλούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσκαλούσε προσκαλούνταν, προσκαλείτο
εμείς — we προσκαλούσαμε προσκαλούμασταν
εσείς — you (plural / polite) προσκαλούσατε προσκαλούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσκαλούσαν(ε) προσκαλούνταν, προσκαλούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προσκάλεσα προσκλήθηκα
εσύ — you προσκάλεσες προσκλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσκάλεσε προσκλήθηκε
εμείς — we προσκαλέσαμε προσκληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) προσκαλέσατε προσκληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσκάλεσαν, προσκαλέσαν(ε) προσκλήθηκαν, προσκληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω προσκαλέσει έχω προσκληθεί
εσύ — you έχεις προσκαλέσει έχεις προσκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προσκαλέσει έχει προσκληθεί
εμείς — we έχουμε προσκαλέσει έχουμε προσκληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε προσκαλέσει έχετε προσκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προσκαλέσει έχουν προσκληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα προσκαλέσει είχα προσκληθεί
εσύ — you είχες προσκαλέσει είχες προσκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προσκαλέσει είχε προσκληθεί
εμείς — we είχαμε προσκαλέσει είχαμε προσκληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε προσκαλέσει είχατε προσκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προσκαλέσει είχαν προσκληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προσκαλώ θα προσκαλούμαι
εσύ — you θα προσκαλείς θα προσκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσκαλεί θα προσκαλείται
εμείς — we θα προσκαλούμε θα προσκαλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα προσκαλείτε θα προσκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσκαλούν(ε) θα προσκαλούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προσκαλέσω θα προσκληθώ
εσύ — you θα προσκαλέσεις θα προσκληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσκαλέσει θα προσκληθεί
εμείς — we θα προσκαλέσουμε, θα προσκαλέσομε θα προσκληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προσκαλέσετε θα προσκληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσκαλέσουν(ε) θα προσκληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω προσκαλέσει θα έχω προσκληθεί
εσύ — you θα έχεις προσκαλέσει θα έχεις προσκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προσκαλέσει θα έχει προσκληθεί
εμείς — we θα έχουμε προσκαλέσει θα έχουμε προσκληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προσκαλέσει θα έχετε προσκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προσκαλέσει θα έχουν προσκληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προσκαλώ να προσκαλούμαι
εσύ — you να προσκαλείς να προσκαλείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσκαλεί να προσκαλείται
εμείς — we να προσκαλούμε να προσκαλούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να προσκαλείτε να προσκαλείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσκαλούν(ε) να προσκαλούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προσκαλέσω να προσκληθώ
εσύ — you να προσκαλέσεις να προσκληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσκαλέσει να προσκληθεί
εμείς — we να προσκαλέσουμε, να προσκαλέσομε να προσκληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προσκαλέσετε να προσκληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσκαλέσουν(ε) να προσκληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω προσκαλέσει να έχω προσκληθεί
εσύ — you να έχεις προσκαλέσει να έχεις προσκληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προσκαλέσει να έχει προσκληθεί
εμείς — we να έχουμε προσκαλέσει να έχουμε προσκληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προσκαλέσει να έχετε προσκληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προσκαλέσει να έχουν προσκληθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: προσκάλεσε (εσύ); προσκαλέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • προσκαλείτο / προσκαλούντο are learned imperfect variants.

Με προσκάλεσαν στο δείπνο.

They invited me to dinner.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προσκαλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/proskalo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /proskalo/