αρκώ (arko) — to suffice, be enough

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αρκώ — to suffice; to be enough

αρκούμαι σε — to be content with; to limit myself to. The passive-looking form has its own meaning, rather than “be sufficed”.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αρκώ αρκούμαι
εσύ — you αρκείς αρκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρκεί αρκείται
εμείς — we αρκούμε αρκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) αρκείτε αρκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρκούν(ε) αρκούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αρκούσα αρκούμουν
εσύ — you αρκούσες αρκούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρκούσε αρκούνταν
εμείς — we αρκούσαμε αρκούμασταν
εσείς — you (plural / polite) αρκούσατε αρκούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρκούσαν(ε) αρκούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I άρκεσα αρκέστηκα
εσύ — you άρκεσες αρκέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άρκεσε αρκέστηκε
εμείς — we αρκέσαμε αρκεστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αρκέσατε αρκεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they άρκεσαν, αρκέσαν(ε) αρκέστηκαν, αρκεστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αρκέσει έχω αρκεστεί
εσύ — you έχεις αρκέσει έχεις αρκεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αρκέσει έχει αρκεστεί
εμείς — we έχουμε αρκέσει έχουμε αρκεστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αρκέσει έχετε αρκεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αρκέσει έχουν αρκεστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αρκέσει είχα αρκεστεί
εσύ — you είχες αρκέσει είχες αρκεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αρκέσει είχε αρκεστεί
εμείς — we είχαμε αρκέσει είχαμε αρκεστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αρκέσει είχατε αρκεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αρκέσει είχαν αρκεστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αρκώ θα αρκούμαι
εσύ — you θα αρκείς θα αρκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρκεί θα αρκείται
εμείς — we θα αρκούμε θα αρκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αρκείτε θα αρκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρκούν(ε) θα αρκούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αρκέσω θα αρκεστώ
εσύ — you θα αρκέσεις θα αρκεστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρκέσει θα αρκεστεί
εμείς — we θα αρκέσουμε, θα αρκέσομε θα αρκεστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αρκέσετε θα αρκεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρκέσουν(ε) θα αρκεστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αρκέσει θα έχω αρκεστεί
εσύ — you θα έχεις αρκέσει θα έχεις αρκεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αρκέσει θα έχει αρκεστεί
εμείς — we θα έχουμε αρκέσει θα έχουμε αρκεστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αρκέσει θα έχετε αρκεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αρκέσει θα έχουν αρκεστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αρκώ να αρκούμαι
εσύ — you να αρκείς να αρκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρκεί να αρκείται
εμείς — we να αρκούμε να αρκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αρκείτε να αρκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρκούν(ε) να αρκούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αρκέσω να αρκεστώ
εσύ — you να αρκέσεις να αρκεστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρκέσει να αρκεστεί
εμείς — we να αρκέσουμε, να αρκέσομε να αρκεστούμε
εσείς — you (plural / polite) να αρκέσετε να αρκεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρκέσουν(ε) να αρκεστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αρκέσει να έχω αρκεστεί
εσύ — you να έχεις αρκέσει να έχεις αρκεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αρκέσει να έχει αρκεστεί
εμείς — we να έχουμε αρκέσει να έχουμε αρκεστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αρκέσει να έχετε αρκεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αρκέσει να έχουν αρκεστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous να αρκείς (να-construction) αρκείτε να αρκείσαι (να-construction) αρκείστε
Simple άρκεσε αρκέστε αρκέσου αρκεστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active is especially common in the third person: αρκεί / αρκούν.
  • Past: άρκεσα (was enough); αρκέστηκα (was content with / limited myself to). Perfect: έχω αρκέσει / έχω αρκεστεί.
  • Formal imperfect variants: αρκείτο / αρκούντο. The extra initial ε in εαρκείτο / εαρκούντο is an error.
  • αρκώντας — sufficing; αρκούμενος, αρκούμενη, αρκούμενο σε — being content with; έχοντας αρκέσει / έχοντας αρκεστεί.
  • Direct plural active imperative: αρκέστε. Αρκέσετε requires θα, να or μην.

Δύο ημέρες δεν αρκούν.

Two days are not enough.

Αρκέστηκε σε μια σύντομη απάντηση.

He or she limited the response to a brief answer.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αρκώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/arko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /arko/