αρέσω (areso) — to appeal, be liked

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αρέσω — to appeal; to be pleasing; to be liked

Greek uses the thing or person liked as the subject. Μου αρέσει ο καφές means “I like coffee”; αρέσω does not mean “I like”.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αρέσω
εσύ — you αρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρέσει
εμείς — we αρέσουμε, αρέσομε
εσείς — you (plural / polite) αρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρέσουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I άρεσα / άρεζα
εσύ — you άρεσες / άρεζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άρεσε / άρεζε
εμείς — we αρέσαμε / αρέζαμε
εσείς — you (plural / polite) αρέσατε / αρέζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they άρεσαν / άρεζαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I άρεσα
εσύ — you άρεσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άρεσε
εμείς — we αρέσαμε
εσείς — you (plural / polite) αρέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they άρεσαν, αρέσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω αρέσει
εσύ — you έχεις αρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αρέσει
εμείς — we έχουμε αρέσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε αρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αρέσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα αρέσει
εσύ — you είχες αρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αρέσει
εμείς — we είχαμε αρέσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε αρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αρέσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αρέσω
εσύ — you θα αρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρέσει
εμείς — we θα αρέσουμε, θα αρέσομε
εσείς — you (plural / polite) θα αρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρέσουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αρέσω
εσύ — you θα αρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρέσει
εμείς — we θα αρέσουμε, θα αρέσομε
εσείς — you (plural / polite) θα αρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρέσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω αρέσει
εσύ — you θα έχεις αρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αρέσει
εμείς — we θα έχουμε αρέσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αρέσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αρέσω
εσύ — you να αρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρέσει
εμείς — we να αρέσουμε, να αρέσομε
εσείς — you (plural / polite) να αρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρέσουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αρέσω
εσύ — you να αρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρέσει
εμείς — we να αρέσουμε, να αρέσομε
εσείς — you (plural / polite) να αρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρέσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω αρέσει
εσύ — you να έχεις αρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αρέσει
εμείς — we να έχουμε αρέσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αρέσει

Imperative · Προστακτική

Direct commands meaning “be liked” are unusual. Prefer a context-appropriate να-construction: να αρέσεις / να αρέσετε. No everyday direct imperative is recommended here.

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The subject controls singular or plural: μου αρέσει το βιβλίο; μου αρέσουν τα βιβλία.
  • Personal forms are also possible: σου αρέσω means “you like me”; μου αρέσεις means “I like you”.
  • The imperfect can use άρεσα or άρεζα. The simple past uses άρεσα; context distinguishes the aspects.
  • The continuous and simple forms with θα or να coincide: θα αρέσει / να αρέσει.
  • Perfect: έχω αρέσει. There is no separate ordinary passive series.
  • For a completed anterior situation, έχοντας αρέσει is possible, though a full clause is often clearer.

Μου αρέσει αυτή η μουσική.

I like this music.

Σου αρέσουν τα ελληνικά τραγούδια;

Do you like Greek songs?

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αρέσω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/areso/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /areso/