προσπαθώ — to try

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

προσπαθώ: core forms & usage

to try; to make an effort

Use προσπαθώ να before a verb. The second-person present is προσπαθείς; the aorist is προσπάθησα.

Προσπαθώ να μιλάω λίγο κάθε μέρα.

I try to speak a little every day.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iπροσπαθώ
you (singular)προσπαθείς
he / she / itπροσπαθεί
weπροσπαθούμε
you (plural or polite)προσπαθείτε
theyπροσπαθούν, προσπαθούνε

Imperfect

PersonForms
Iπροσπαθούσα
you (singular)προσπαθούσες
he / she / itπροσπαθούσε
weπροσπαθούσαμε
you (plural or polite)προσπαθούσατε
theyπροσπαθούσαν, προσπαθούσανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iπροσπάθησα
you (singular)προσπάθησες
he / she / itπροσπάθησε
weπροσπαθήσαμε
you (plural or polite)προσπαθήσατε
theyπροσπάθησαν, προσπαθήσαν, προσπαθήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα προσπαθήσω
you (singular)θα προσπαθήσεις
he / she / itθα προσπαθήσει
weθα προσπαθήσουμε
you (plural or polite)θα προσπαθήσετε
theyθα προσπαθήσουν, θα προσπαθήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Προσπαθώ να μιλάω ελληνικά κάθε μέρα.

I try to speak Greek every day.

Προσπαθώ commonly introduces an action with να. Here μιλάω and κάθε μέρα describe a repeated effort to speak Greek.

προσπαθώ means to try or make an effort, commonly followed by να and a verb.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I προσπαθώ
εσύ — you προσπαθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσπαθεί
εμείς — we προσπαθούμε
εσείς — you (plural / polite) προσπαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσπαθούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I προσπαθούσα
εσύ — you προσπαθούσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσπαθούσε
εμείς — we προσπαθούσαμε
εσείς — you (plural / polite) προσπαθούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσπαθούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I προσπάθησα
εσύ — you προσπάθησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσπάθησε
εμείς — we προσπαθήσαμε
εσείς — you (plural / polite) προσπαθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσπάθησαν, προσπαθήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω προσπαθήσει
εσύ — you έχεις προσπαθήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προσπαθήσει
εμείς — we έχουμε προσπαθήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε προσπαθήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προσπαθήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα προσπαθήσει
εσύ — you είχες προσπαθήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προσπαθήσει
εμείς — we είχαμε προσπαθήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε προσπαθήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προσπαθήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα προσπαθώ
εσύ — you θα προσπαθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσπαθεί
εμείς — we θα προσπαθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προσπαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσπαθούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα προσπαθήσω
εσύ — you θα προσπαθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσπαθήσει
εμείς — we θα προσπαθήσουμε
εσείς — you (plural / polite) θα προσπαθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσπαθήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω προσπαθήσει
εσύ — you θα έχεις προσπαθήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προσπαθήσει
εμείς — we θα έχουμε προσπαθήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προσπαθήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προσπαθήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να προσπαθώ
εσύ — you να προσπαθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσπαθεί
εμείς — we να προσπαθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προσπαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσπαθούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να προσπαθήσω
εσύ — you να προσπαθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσπαθήσει
εμείς — we να προσπαθήσουμε, να προσπαθήσομε
εσείς — you (plural / polite) να προσπαθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσπαθήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω προσπαθήσει
εσύ — you να έχεις προσπαθήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προσπαθήσει
εμείς — we να έχουμε προσπαθήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προσπαθήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προσπαθήσει

Imperative · Προστακτική

Simple: προσπάθησε (εσύ); προσπαθήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Perfective: προσπάθησα, θα προσπαθήσω, έχω προσπαθήσει.

Προσπαθώ να καταλάβω.

I am trying to understand.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προσπαθώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prospatho/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /prospatho/