προσθέτω — to add

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

προσθέτω means to add. The passive is προστίθεμαι, with the conversational alternative προσθέτομαι.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I προσθέτω προστίθεμαι
εσύ — you προσθέτεις προστίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it προσθέτει προστίθεται
εμείς — we προσθέτουμε, προσθέτομε προστιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) προσθέτετε προστίθεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they προσθέτουν(ε) προστίθενται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πρόσθετα —
εσύ — you πρόσθετες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πρόσθετε προστίθετο
εμείς — we προσθέταμε —
εσείς — you (plural / polite) προσθέτατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they πρόσθεταν, προσθέταν(ε) προστίθεντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πρόσθεσα προστέθηκα
εσύ — you πρόσθεσες προστέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πρόσθεσε προστέθηκε
εμείς — we προσθέσαμε προστεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) προσθέσατε προστεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πρόσθεσαν, προσθέσαν(ε) προστέθηκαν, προστεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω προσθέσει έχω προστεθεί
εσύ — you έχεις προσθέσει έχεις προστεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει προσθέσει έχει προστεθεί
εμείς — we έχουμε προσθέσει έχουμε προστεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε προσθέσει έχετε προστεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν προσθέσει έχουν προστεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα προσθέσει είχα προστεθεί
εσύ — you είχες προσθέσει είχες προστεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε προσθέσει είχε προστεθεί
εμείς — we είχαμε προσθέσει είχαμε προστεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε προσθέσει είχατε προστεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν προσθέσει είχαν προστεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προσθέτω θα προστίθεμαι
εσύ — you θα προσθέτεις θα προστίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσθέτει θα προστίθεται
εμείς — we θα προσθέτουμε, θα προσθέτομε θα προστιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα προσθέτετε θα προστίθεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσθέτουν(ε) θα προστίθενται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα προσθέσω θα προστεθώ
εσύ — you θα προσθέσεις θα προστεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα προσθέσει θα προστεθεί
εμείς — we θα προσθέσουμε, θα προσθέσομε θα προστεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα προσθέσετε θα προστεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα προσθέσουν(ε) θα προστεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω προσθέσει θα έχω προστεθεί
εσύ — you θα έχεις προσθέσει θα έχεις προστεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει προσθέσει θα έχει προστεθεί
εμείς — we θα έχουμε προσθέσει θα έχουμε προστεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε προσθέσει θα έχετε προστεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν προσθέσει θα έχουν προστεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προσθέτω να προστίθεμαι
εσύ — you να προσθέτεις να προστίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσθέτει να προστίθεται
εμείς — we να προσθέτουμε, να προσθέτομε να προστιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) να προσθέτετε να προστίθεστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσθέτουν(ε) να προστίθενται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να προσθέσω να προστεθώ
εσύ — you να προσθέσεις να προστεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να προσθέσει να προστεθεί
εμείς — we να προσθέσουμε, να προσθέσομε να προστεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να προσθέσετε να προστεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να προσθέσουν(ε) να προστεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω προσθέσει να έχω προστεθεί
εσύ — you να έχεις προσθέσει να έχεις προστεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει προσθέσει να έχει προστεθεί
εμείς — we να έχουμε προσθέσει να έχουμε προστεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε προσθέσει να έχετε προστεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν προσθέσει να έχουν προστεθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: πρόσθετε / προσθέτετε.

Simple: πρόσθεσε (εσύ); προσθέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active perfective: πρόσθεσα / προσθέσω / προσθέσει; passive: προστέθηκα / προστεθώ / προστεθεί.
  • The learned passive imperfect is commonly third-person προστίθετο / προστίθεντο. Other uncommon imperfect cells remain blank.

Πρόσθεσε λίγο αλάτι.

Add a little salt.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — προσθέτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/prostheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /prostheto/