συνθέτω (syntheto) — to compose; synthesize

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συνθέτω — to compose; synthesize.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνθέτω συντίθεμαι
εσύ — you συνθέτεις συντίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνθέτει συντίθεται
εμείς — we συνθέτουμε, συνθέτομε συντιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) συνθέτετε συντίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνθέτουν(ε) συντίθενται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνέθετα —
εσύ — you συνέθετες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνέθετε συνετίθετο
εμείς — we συνθέταμε —
εσείς — you (plural / polite) συνθέτατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέθεταν, συνθέταν(ε) συνετίθεντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνέθεσα, σύνθεσα συντέθηκα
εσύ — you συνέθεσες, σύνθεσες συντέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνέθεσε, σύνθεσε συντέθηκε
εμείς — we συνθέσαμε συντεθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συνθέσατε συντεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνέθεσαν, σύνθεσαν, συνθέσαν(ε) συντέθηκαν, συντεθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συνθέσει έχω συντεθεί
εσύ — you έχεις συνθέσει έχεις συντεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συνθέσει έχει συντεθεί
εμείς — we έχουμε συνθέσει έχουμε συντεθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συνθέσει έχετε συντεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συνθέσει έχουν συντεθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συνθέσει είχα συντεθεί
εσύ — you είχες συνθέσει είχες συντεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συνθέσει είχε συντεθεί
εμείς — we είχαμε συνθέσει είχαμε συντεθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συνθέσει είχατε συντεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συνθέσει είχαν συντεθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συνθέτω θα συντίθεμαι
εσύ — you θα συνθέτεις θα συντίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνθέτει θα συντίθεται
εμείς — we θα συνθέτουμε, θα συνθέτομε θα συντιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) θα συνθέτετε θα συντίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνθέτουν(ε) θα συντίθενται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συνθέσω θα συντεθώ
εσύ — you θα συνθέσεις θα συντεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνθέσει θα συντεθεί
εμείς — we θα συνθέσουμε, θα συνθέσομε θα συντεθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συνθέσετε θα συντεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνθέσουν(ε) θα συντεθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συνθέσει θα έχω συντεθεί
εσύ — you θα έχεις συνθέσει θα έχεις συντεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συνθέσει θα έχει συντεθεί
εμείς — we θα έχουμε συνθέσει θα έχουμε συντεθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συνθέσει θα έχετε συντεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συνθέσει θα έχουν συντεθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συνθέτω να συντίθεμαι
εσύ — you να συνθέτεις να συντίθεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνθέτει να συντίθεται
εμείς — we να συνθέτουμε, να συνθέτομε να συντιθέμεθα
εσείς — you (plural / polite) να συνθέτετε να συντίθεσθε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνθέτουν(ε) να συντίθενται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συνθέσω να συντεθώ
εσύ — you να συνθέσεις να συντεθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνθέσει να συντεθεί
εμείς — we να συνθέσουμε, να συνθέσομε να συντεθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συνθέσετε να συντεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνθέσουν(ε) να συντεθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συνθέσει να έχω συντεθεί
εσύ — you να έχεις συνθέσει να έχεις συντεθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συνθέσει να έχει συντεθεί
εμείς — we να έχουμε συνθέσει να έχουμε συντεθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συνθέσει να έχετε συντεθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συνθέσει να έχουν συντεθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: σύνθετε (εσύ), συνθέτετε (εσείς). The commands are from συνθέτω, not εκθέτω.

Simple: σύνθεσε (εσύ); συνθέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for composing music or combining elements into a whole. συντίθεμαι means being composed or consisting of elements. The present passive includes learned forms such as συντιθέμεθα and συντίθεσθε; rare personal imperfect cells are left unlisted. συντεθειμένος, -η, -ο describes something composed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Συνέθεσε μουσική για την ταινία.

He composed music for the film.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συνθέτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/syntheto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /syntheto/