ΣΥΝΩΜΟΤΩ
I conspire
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
συνωμοτώ συνωμοτούμε
συνωμοτείς συνωμοτείτε
συνωμοτεί συνωμοτούν(ε)
Imper
fect
συνωμοτούσα συνωμοτούσαμε
συνωμοτούσες συνωμοτούσατε
συνωμοτούσε συνωμοτούσαν(ε)
Aorist συνωμότησα συνωμοτήσαμε
συνωμότησες συνωμοτήσατε
συνωμότησε συνωμότησαν, συνωμοτήσαν(ε)
Perf
ect
έχω συνωμοτήσει έχουμε συνωμοτήσει
έχεις συνωμοτήσει έχετε συνωμοτήσει
έχει συνωμοτήσει έχουν συνωμοτήσει
Plu
perf
ect
είχα συνωμοτήσει είχαμε συνωμοτήσει
είχες συνωμοτήσει είχατε συνωμοτήσει
είχε συνωμοτήσει είχαν συνωμοτήσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα συνωμοτώ θα συνωμοτούμε
θα συνωμοτείς θα συνωμοτείτε
θα συνωμοτεί θα συνωμοτούν(ε)
Simp
Fut
θα συνωμοτήσω θα συνωμοτήσουμε
θα συνωμοτήσεις θα συνωμοτήσετε
θα συνωμοτήσει θα συνωμοτήσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω συνωμοτήσει θα έχουμε συνωμοτήσει
θα έχεις συνωμοτήσει θα έχετε συνωμοτήσει
θα έχει συνωμοτήσει θα έχουν συνωμοτήσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να συνωμοτώ να συνωμοτούμε
να συνωμοτείς να συνωμοτείτε
να συνωμοτεί να συνωμοτούν(ε)
Aorist να συνωμοτήσω να συνωμοτήσουμε, να συνωμοτήσομε
να συνωμοτήσεις να συνωμοτήσετε
να συνωμοτήσει να συνωμοτήσουν(ε)
Perf να έχω συνωμοτήσει να έχουμε συνωμοτήσει
να έχεις συνωμοτήσει να έχετε συνωμοτήσει
να έχει συνωμοτήσει να έχουν συνωμοτήσει
Imper
ative
Pres συνωμοτείτε
Aorist συνωμότησε συνωμοτήστε, συνωμοτήσετε
Part
iciple
Pres συνωμοτώντας
Perf έχοντας συνωμοτήσει
Infin Aorist συνωμοτήσει