συνωμοτώ (synomoto) — to conspire

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συνωμοτώ — to conspire.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συνωμοτώ
εσύ — you συνωμοτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνωμοτεί
εμείς — we συνωμοτούμε
εσείς — you (plural / polite) συνωμοτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνωμοτούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συνωμοτούσα
εσύ — you συνωμοτούσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνωμοτούσε
εμείς — we συνωμοτούσαμε
εσείς — you (plural / polite) συνωμοτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνωμοτούσαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I συνωμότησα
εσύ — you συνωμότησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνωμότησε
εμείς — we συνωμοτήσαμε
εσείς — you (plural / polite) συνωμοτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνωμότησαν, συνωμοτήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω συνωμοτήσει
εσύ — you έχεις συνωμοτήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συνωμοτήσει
εμείς — we έχουμε συνωμοτήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε συνωμοτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συνωμοτήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα συνωμοτήσει
εσύ — you είχες συνωμοτήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συνωμοτήσει
εμείς — we είχαμε συνωμοτήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε συνωμοτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συνωμοτήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συνωμοτώ
εσύ — you θα συνωμοτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνωμοτεί
εμείς — we θα συνωμοτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συνωμοτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνωμοτούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα συνωμοτήσω
εσύ — you θα συνωμοτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνωμοτήσει
εμείς — we θα συνωμοτήσουμε
εσείς — you (plural / polite) θα συνωμοτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνωμοτήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω συνωμοτήσει
εσύ — you θα έχεις συνωμοτήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συνωμοτήσει
εμείς — we θα έχουμε συνωμοτήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συνωμοτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συνωμοτήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συνωμοτώ
εσύ — you να συνωμοτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνωμοτεί
εμείς — we να συνωμοτούμε
εσείς — you (plural / polite) να συνωμοτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνωμοτούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να συνωμοτήσω
εσύ — you να συνωμοτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνωμοτήσει
εμείς — we να συνωμοτήσουμε, να συνωμοτήσομε
εσείς — you (plural / polite) να συνωμοτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνωμοτήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω συνωμοτήσει
εσύ — you να έχεις συνωμοτήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συνωμοτήσει
εμείς — we να έχουμε συνωμοτήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συνωμοτήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συνωμοτήσει

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Refers to plotting secretly with others. The spelling retains ω in συνωμοτώ, συνωμοσία and συνωμότης.

Συνωμότησαν εναντίον του βασιλιά.

They conspired against the king.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συνωμοτώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/synomoto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /synomoto/