συνοδεύω (synodeuo) — to accompany

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συνοδεύω — to accompany; escort.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνοδεύω συνοδεύομαι
εσύ — you συνοδεύεις συνοδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνοδεύει συνοδεύεται
εμείς — we συνοδεύουμε, συνοδεύομε συνοδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συνοδεύετε συνοδεύεστε, συνοδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνοδεύουν(ε) συνοδεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνόδευα συνοδευόμουν(α)
εσύ — you συνόδευες συνοδευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνόδευε συνοδευόταν(ε)
εμείς — we συνοδεύαμε συνοδευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συνοδεύατε συνοδευόσαστε, συνοδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνόδευαν, συνοδεύαν(ε) συνοδεύονταν, συνοδευόντανε, συνοδευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνόδεψα συνοδεύτηκα
εσύ — you συνόδεψες συνοδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνόδεψε συνοδεύτηκε
εμείς — we συνοδέψαμε συνοδευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συνοδέψατε συνοδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνόδεψαν, συνοδέψαν(ε) συνοδεύτηκαν, συνοδευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συνοδέψει έχω συνοδευτεί
εσύ — you έχεις συνοδέψει έχεις συνοδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συνοδέψει έχει συνοδευτεί
εμείς — we έχουμε συνοδέψει έχουμε συνοδευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συνοδέψει έχετε συνοδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συνοδέψει έχουν συνοδευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συνοδέψει είχα συνοδευτεί
εσύ — you είχες συνοδέψει είχες συνοδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συνοδέψει είχε συνοδευτεί
εμείς — we είχαμε συνοδέψει είχαμε συνοδευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συνοδέψει είχατε συνοδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συνοδέψει είχαν συνοδευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συνοδεύω θα συνοδεύομαι
εσύ — you θα συνοδεύεις θα συνοδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνοδεύει θα συνοδεύεται
εμείς — we θα συνοδεύουμε, θα συνοδεύομε θα συνοδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συνοδεύετε θα συνοδεύεστε, θα συνοδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνοδεύουν(ε) θα συνοδεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συνοδέψω θα συνοδευτώ
εσύ — you θα συνοδέψεις θα συνοδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συνοδέψει θα συνοδευτεί
εμείς — we θα συνοδέψουμε, θα συνοδέψομε θα συνοδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συνοδέψετε θα συνοδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συνοδέψουν(ε) θα συνοδευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συνοδέψει θα έχω συνοδευτεί
εσύ — you θα έχεις συνοδέψει θα έχεις συνοδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συνοδέψει θα έχει συνοδευτεί
εμείς — we θα έχουμε συνοδέψει θα έχουμε συνοδευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συνοδέψει θα έχετε συνοδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συνοδέψει θα έχουν συνοδευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συνοδεύω να συνοδεύομαι
εσύ — you να συνοδεύεις να συνοδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνοδεύει να συνοδεύεται
εμείς — we να συνοδεύουμε, να συνοδεύομε να συνοδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συνοδεύετε να συνοδεύεστε, να συνοδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνοδεύουν(ε) να συνοδεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συνοδέψω να συνοδευτώ
εσύ — you να συνοδέψεις να συνοδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συνοδέψει να συνοδευτεί
εμείς — we να συνοδέψουμε, να συνοδέψομε να συνοδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να συνοδέψετε να συνοδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συνοδέψουν(ε) να συνοδευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συνοδέψει να έχω συνοδευτεί
εσύ — you να έχεις συνοδέψει να έχεις συνοδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συνοδέψει να έχει συνοδευτεί
εμείς — we να έχουμε συνοδέψει να έχουμε συνοδευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συνοδέψει να έχετε συνοδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συνοδέψει να έχουν συνοδευτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: συνόδευε (εσύ), συνοδεύετε (εσείς).

Simple: συνόδεψε (εσύ); συνοδέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Can describe accompanying a person, accompanying music, or something being served or provided with something else. συνοδεύομαι means being accompanied; συνοδευμένος, -η, -ο is an agreeing participle.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το γεύμα συνοδεύεται από σαλάτα.

The meal comes with a salad.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συνοδεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/synodeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /synodeuo/