Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
εκτελώ means to carry out a task or instruction, perform a musical work, run a program or execute a sentence. With a person as object, it can mean to put someone to death.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εκτελώ | εκτελούμαι |
| εσύ — you | εκτελείς | εκτελείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εκτελεί | εκτελείται |
| εμείς — we | εκτελούμε | εκτελούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | εκτελείτε | εκτελείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εκτελούν(ε) | εκτελούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εκτελούσα | εκτελούμουν |
| εσύ — you | εκτελούσες | εκτελούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εκτελούσε | εκτελούνταν, εκτελείτο |
| εμείς — we | εκτελούσαμε | εκτελούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | εκτελούσατε | εκτελούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εκτελούσαν(ε) | εκτελούνταν, εκτελούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | εκτέλεσα | εκτελέστηκα |
| εσύ — you | εκτέλεσες | εκτελέστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | εκτέλεσε | εκτελέστηκε |
| εμείς — we | εκτελέσαμε | εκτελεστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | εκτελέσατε | εκτελεστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | εκτέλεσαν, εκτελέσαν(ε) | εκτελέστηκαν, εκτελεστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω εκτελέσει | έχω εκτελεστεί |
| εσύ — you | έχεις εκτελέσει | έχεις εκτελεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει εκτελέσει | έχει εκτελεστεί |
| εμείς — we | έχουμε εκτελέσει | έχουμε εκτελεστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε εκτελέσει | έχετε εκτελεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν εκτελέσει | έχουν εκτελεστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα εκτελέσει | είχα εκτελεστεί |
| εσύ — you | είχες εκτελέσει | είχες εκτελεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε εκτελέσει | είχε εκτελεστεί |
| εμείς — we | είχαμε εκτελέσει | είχαμε εκτελεστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε εκτελέσει | είχατε εκτελεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν εκτελέσει | είχαν εκτελεστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα εκτελώ | θα εκτελούμαι |
| εσύ — you | θα εκτελείς | θα εκτελείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εκτελεί | θα εκτελείται |
| εμείς — we | θα εκτελούμε | θα εκτελούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εκτελείτε | θα εκτελείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εκτελούν(ε) | θα εκτελούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα εκτελέσω | θα εκτελεστώ |
| εσύ — you | θα εκτελέσεις | θα εκτελεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα εκτελέσει | θα εκτελεστεί |
| εμείς — we | θα εκτελέσουμε, θα εκτελέσομε | θα εκτελεστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα εκτελέσετε | θα εκτελεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα εκτελέσουν(ε) | θα εκτελεστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω εκτελέσει | θα έχω εκτελεστεί |
| εσύ — you | θα έχεις εκτελέσει | θα έχεις εκτελεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει εκτελέσει | θα έχει εκτελεστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε εκτελέσει | θα έχουμε εκτελεστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε εκτελέσει | θα έχετε εκτελεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν εκτελέσει | θα έχουν εκτελεστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να εκτελώ | να εκτελούμαι |
| εσύ — you | να εκτελείς | να εκτελείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εκτελεί | να εκτελείται |
| εμείς — we | να εκτελούμε | να εκτελούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εκτελείτε | να εκτελείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εκτελούν(ε) | να εκτελούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να εκτελέσω | να εκτελεστώ |
| εσύ — you | να εκτελέσεις | να εκτελεστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να εκτελέσει | να εκτελεστεί |
| εμείς — we | να εκτελέσουμε, να εκτελέσομε | να εκτελεστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να εκτελέσετε | να εκτελεστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να εκτελέσουν(ε) | να εκτελεστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω εκτελέσει | να έχω εκτελεστεί |
| εσύ — you | να έχεις εκτελέσει | να έχεις εκτελεστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει εκτελέσει | να έχει εκτελεστεί |
| εμείς — we | να έχουμε εκτελέσει | να έχουμε εκτελεστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε εκτελέσει | να έχετε εκτελεστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν εκτελέσει | να έχουν εκτελεστεί |
Imperative · Προστακτική
For ongoing action, να εκτελείς / να εκτελείτε can be used. Passive commands are uncommon and depend strongly on context.
Simple: εκτέλεσε (εσύ); εκτελέστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- εκτελούμαι means to be carried out, performed or executed. The meaning follows the subject: a task, composition, program or person.
- εκτελεσμένος, -η, -ο describes a completed or executed state; avoid assuming a personal construction has the neutral sense “performed”.
Εκτέλεσε το πρόγραμμα στον υπολογιστή.
Run the program on the computer.
Η ορχήστρα εκτέλεσε το έργο με επιτυχία.
The orchestra performed the work successfully.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εκτελώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ektelo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ektelo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.