εξορίζω (eksorizo) — to banish

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

εξορίζω means to exile or banish someone. εξορίζομαι means to be exiled.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξορίζω εξορίζομαι
εσύ — you εξορίζεις εξορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξορίζει εξορίζεται
εμείς — we εξορίζουμε, εξορίζομε εξοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) εξορίζετε εξορίζεστε, εξοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξορίζουν(ε) εξορίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξόριζα εξοριζόμουν(α)
εσύ — you εξόριζες εξοριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξόριζε εξοριζόταν(ε)
εμείς — we εξορίζαμε εξοριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) εξορίζατε εξοριζόσαστε, εξοριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξόριζαν, εξορίζαν(ε) εξορίζονταν, εξοριζόντανε, εξοριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I εξόρισα εξορίστηκα
εσύ — you εξόρισες εξορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it εξόρισε εξορίστηκε
εμείς — we εξορίσαμε εξοριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) εξορίσατε εξοριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they εξόρισαν, εξορίσαν(ε) εξορίστηκαν, εξοριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω εξορίσει έχω εξοριστεί
εσύ — you έχεις εξορίσει έχεις εξοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει εξορίσει έχει εξοριστεί
εμείς — we έχουμε εξορίσει έχουμε εξοριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε εξορίσει έχετε εξοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν εξορίσει έχουν εξοριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα εξορίσει είχα εξοριστεί
εσύ — you είχες εξορίσει είχες εξοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε εξορίσει είχε εξοριστεί
εμείς — we είχαμε εξορίσει είχαμε εξοριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε εξορίσει είχατε εξοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν εξορίσει είχαν εξοριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξορίζω θα εξορίζομαι
εσύ — you θα εξορίζεις θα εξορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξορίζει θα εξορίζεται
εμείς — we θα εξορίζουμε, θα εξορίζομε θα εξοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα εξορίζετε θα εξορίζεστε, θα εξοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξορίζουν(ε) θα εξορίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα εξορίσω θα εξοριστώ
εσύ — you θα εξορίσεις θα εξοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα εξορίσει θα εξοριστεί
εμείς — we θα εξορίσουμε, θα εξορίσομε θα εξοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα εξορίσετε θα εξοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα εξορίσουν(ε) θα εξοριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω εξορίσει θα έχω εξοριστεί
εσύ — you θα έχεις εξορίσει θα έχεις εξοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει εξορίσει θα έχει εξοριστεί
εμείς — we θα έχουμε εξορίσει θα έχουμε εξοριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε εξορίσει θα έχετε εξοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν εξορίσει θα έχουν εξοριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξορίζω να εξορίζομαι
εσύ — you να εξορίζεις να εξορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξορίζει να εξορίζεται
εμείς — we να εξορίζουμε, να εξορίζομε να εξοριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να εξορίζετε να εξορίζεστε, να εξοριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξορίζουν(ε) να εξορίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να εξορίσω να εξοριστώ
εσύ — you να εξορίσεις να εξοριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να εξορίσει να εξοριστεί
εμείς — we να εξορίσουμε, να εξορίσομε να εξοριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να εξορίσετε να εξοριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να εξορίσουν(ε) να εξοριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω εξορίσει να έχω εξοριστεί
εσύ — you να έχεις εξορίσει να έχεις εξοριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει εξορίσει να έχει εξοριστεί
εμείς — we να έχουμε εξορίσει να έχουμε εξοριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε εξορίσει να έχετε εξοριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν εξορίσει να έχουν εξοριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous εξόριζε εξορίζετε — —
Simple εξόρισε εξορίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • εξορισμένος, -η, -ο describes an exiled person. Positive passive commands are uncommon and are not listed here.

Ο συγγραφέας εξορίστηκε από το καθεστώς.

The writer was exiled by the regime.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — εξορίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/eksorizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /eksorizo/