Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βελτιώνω — to improve
βελτιώνομαι — to improve; to become better.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βελτιώνω | βελτιώνομαι |
| εσύ — you | βελτιώνεις | βελτιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βελτιώνει | βελτιώνεται |
| εμείς — we | βελτιώνουμε, βελτιώνομε | βελτιωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βελτιώνετε | βελτιώνεστε, βελτιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βελτιώνουν(ε) | βελτιώνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βελτίωνα | βελτιωνόμουν(α) |
| εσύ — you | βελτίωνες | βελτιωνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βελτίωνε | βελτιωνόταν(ε) |
| εμείς — we | βελτιώναμε | βελτιωνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βελτιώνατε | βελτιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βελτίωναν, βελτιώναν(ε) | βελτιώνονταν, βελτιωνόντανε, βελτιωνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βελτίωσα | βελτιώθηκα |
| εσύ — you | βελτίωσες | βελτιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βελτίωσε | βελτιώθηκε |
| εμείς — we | βελτιώσαμε | βελτιωθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βελτιώσατε | βελτιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βελτίωσαν, βελτιώσαν(ε) | βελτιώθηκαν, βελτιωθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βελτιώσει | έχω βελτιωθεί |
| εσύ — you | έχεις βελτιώσει | έχεις βελτιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βελτιώσει | έχει βελτιωθεί |
| εμείς — we | έχουμε βελτιώσει | έχουμε βελτιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βελτιώσει | έχετε βελτιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βελτιώσει | έχουν βελτιωθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βελτιώσει | είχα βελτιωθεί |
| εσύ — you | είχες βελτιώσει | είχες βελτιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βελτιώσει | είχε βελτιωθεί |
| εμείς — we | είχαμε βελτιώσει | είχαμε βελτιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βελτιώσει | είχατε βελτιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βελτιώσει | είχαν βελτιωθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βελτιώνω | θα βελτιώνομαι |
| εσύ — you | θα βελτιώνεις | θα βελτιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βελτιώνει | θα βελτιώνεται |
| εμείς — we | θα βελτιώνουμε, θα βελτιώνομε | θα βελτιωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βελτιώνετε | θα βελτιώνεστε, θα βελτιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βελτιώνουν(ε) | θα βελτιώνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βελτιώσω | θα βελτιωθώ |
| εσύ — you | θα βελτιώσεις | θα βελτιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βελτιώσει | θα βελτιωθεί |
| εμείς — we | θα βελτιώσουμε, θα βελτιώσομε | θα βελτιωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βελτιώσετε | θα βελτιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βελτιώσουν | θα βελτιωθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βελτιώσει | θα έχω βελτιωθεί |
| εσύ — you | θα έχεις βελτιώσει | θα έχεις βελτιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βελτιώσει | θα έχει βελτιωθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βελτιώσει | θα έχουμε βελτιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βελτιώσει | θα έχετε βελτιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βελτιώσει | θα έχουν βελτιωθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βελτιώνω | να βελτιώνομαι |
| εσύ — you | να βελτιώνεις | να βελτιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βελτιώνει | να βελτιώνεται |
| εμείς — we | να βελτιώνουμε, να βελτιώνομε | να βελτιωνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βελτιώνετε | να βελτιώνεστε, να βελτιωνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βελτιώνουν(ε) | να βελτιώνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βελτιώσω | να βελτιωθώ |
| εσύ — you | να βελτιώσεις | να βελτιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βελτιώσει | να βελτιωθεί |
| εμείς — we | να βελτιώσουμε, να βελτιώσομε | να βελτιωθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βελτιώσετε | να βελτιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βελτιώσουν(ε) | να βελτιωθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βελτιώσει | να έχω βελτιωθεί |
| εσύ — you | να έχεις βελτιώσει | να έχεις βελτιωθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βελτιώσει | να έχει βελτιωθεί |
| εμείς — we | να έχουμε βελτιώσει | να έχουμε βελτιωθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βελτιώσει | να έχετε βελτιωθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βελτιώσει | να έχουν βελτιωθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βελτίωνε | βελτιώνετε | να βελτιώνεσαι (να-construction) | βελτιώνεστε |
| Simple | βελτίωσε | βελτιώστε | βελτιώσου | βελτιωθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- βελτιώνοντας — improving; έχοντας βελτιώσει — having improved.
- βελτιωμένος, with the corresponding feminine and neuter endings, describes a state or result and agrees with its noun.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Direct plural imperative: βελτιώστε. The form ending in -σετε requires θα, να or μην.
Προσπαθώ να βελτιώσω τα ελληνικά μου.
I am trying to improve my Greek.
Η κατάσταση έχει βελτιωθεί.
The situation has improved.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βελτιώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/beltiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/beltiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.