Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βελτιώνω — to improve

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βελτιώνω — to improve

βελτιώνομαι — to improve; to become better.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βελτιώνω βελτιώνομαι
εσύ — you βελτιώνεις βελτιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βελτιώνει βελτιώνεται
εμείς — we βελτιώνουμε, βελτιώνομε βελτιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βελτιώνετε βελτιώνεστε, βελτιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βελτιώνουν(ε) βελτιώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βελτίωνα βελτιωνόμουν(α)
εσύ — you βελτίωνες βελτιωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βελτίωνε βελτιωνόταν(ε)
εμείς — we βελτιώναμε βελτιωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βελτιώνατε βελτιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βελτίωναν, βελτιώναν(ε) βελτιώνονταν, βελτιωνόντανε, βελτιωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βελτίωσα βελτιώθηκα
εσύ — you βελτίωσες βελτιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βελτίωσε βελτιώθηκε
εμείς — we βελτιώσαμε βελτιωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βελτιώσατε βελτιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βελτίωσαν, βελτιώσαν(ε) βελτιώθηκαν, βελτιωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βελτιώσει έχω βελτιωθεί
εσύ — you έχεις βελτιώσει έχεις βελτιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βελτιώσει έχει βελτιωθεί
εμείς — we έχουμε βελτιώσει έχουμε βελτιωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βελτιώσει έχετε βελτιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βελτιώσει έχουν βελτιωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βελτιώσει είχα βελτιωθεί
εσύ — you είχες βελτιώσει είχες βελτιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βελτιώσει είχε βελτιωθεί
εμείς — we είχαμε βελτιώσει είχαμε βελτιωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βελτιώσει είχατε βελτιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βελτιώσει είχαν βελτιωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βελτιώνω θα βελτιώνομαι
εσύ — you θα βελτιώνεις θα βελτιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βελτιώνει θα βελτιώνεται
εμείς — we θα βελτιώνουμε, θα βελτιώνομε θα βελτιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βελτιώνετε θα βελτιώνεστε, θα βελτιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βελτιώνουν(ε) θα βελτιώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βελτιώσω θα βελτιωθώ
εσύ — you θα βελτιώσεις θα βελτιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βελτιώσει θα βελτιωθεί
εμείς — we θα βελτιώσουμε, θα βελτιώσομε θα βελτιωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βελτιώσετε θα βελτιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βελτιώσουν θα βελτιωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βελτιώσει θα έχω βελτιωθεί
εσύ — you θα έχεις βελτιώσει θα έχεις βελτιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βελτιώσει θα έχει βελτιωθεί
εμείς — we θα έχουμε βελτιώσει θα έχουμε βελτιωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βελτιώσει θα έχετε βελτιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βελτιώσει θα έχουν βελτιωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βελτιώνω να βελτιώνομαι
εσύ — you να βελτιώνεις να βελτιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βελτιώνει να βελτιώνεται
εμείς — we να βελτιώνουμε, να βελτιώνομε να βελτιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βελτιώνετε να βελτιώνεστε, να βελτιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βελτιώνουν(ε) να βελτιώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βελτιώσω να βελτιωθώ
εσύ — you να βελτιώσεις να βελτιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βελτιώσει να βελτιωθεί
εμείς — we να βελτιώσουμε, να βελτιώσομε να βελτιωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να βελτιώσετε να βελτιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βελτιώσουν(ε) να βελτιωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βελτιώσει να έχω βελτιωθεί
εσύ — you να έχεις βελτιώσει να έχεις βελτιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βελτιώσει να έχει βελτιωθεί
εμείς — we να έχουμε βελτιώσει να έχουμε βελτιωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βελτιώσει να έχετε βελτιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βελτιώσει να έχουν βελτιωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βελτίωνε βελτιώνετε να βελτιώνεσαι (να-construction) βελτιώνεστε
Simple βελτίωσε βελτιώστε βελτιώσου βελτιωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • βελτιώνοντας — improving; έχοντας βελτιώσει — having improved.
  • βελτιωμένος, with the corresponding feminine and neuter endings, describes a state or result and agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Direct plural imperative: βελτιώστε. The form ending in -σετε requires θα, να or μην.

Προσπαθώ να βελτιώσω τα ελληνικά μου.

I am trying to improve my Greek.

Η κατάσταση έχει βελτιωθεί.

The situation has improved.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βελτιώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/beltiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /beltiono/