Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βάλλω — to fire; to assail; to criticise
A formal verb. Βάλλω κατά / εναντίον can mean firing at or directing criticism against. Passive: βάλλομαι — to come under fire or criticism.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάλλω | βάλλομαι |
| εσύ — you | βάλλεις | βάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάλλει | βάλλεται |
| εμείς — we | βάλλουμε, βάλλομε | βαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βάλλετε | βάλλεστε, βαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάλλουν(ε) | βάλλονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβαλλα | βαλλόμουν(α) |
| εσύ — you | έβαλλες | βαλλόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβαλλε | βαλλόταν(ε) |
| εμείς — we | βάλλαμε | βαλλόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βάλλατε | βαλλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβαλλαν, βάλλαν(ε) | βάλλονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έβαλα | βλήθηκα |
| εσύ — you | έβαλες | βλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έβαλε | βλήθηκε |
| εμείς — we | βάλαμε | βληθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βάλατε | βληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έβαλαν, βάλαν(ε) | βλήθηκαν, βληθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βάλει | έχω βληθεί |
| εσύ — you | έχεις βάλει | έχεις βληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βάλει | έχει βληθεί |
| εμείς — we | έχουμε βάλει | έχουμε βληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βάλει | έχετε βληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βάλει | έχουν βληθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βάλει | είχα βληθεί |
| εσύ — you | είχες βάλει | είχες βληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βάλει | είχε βληθεί |
| εμείς — we | είχαμε βάλει | είχαμε βληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βάλει | είχατε βληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βάλει | είχαν βληθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βάλλω | θα βάλλομαι |
| εσύ — you | θα βάλλεις | θα βάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βάλλει | θα βάλλεται |
| εμείς — we | θα βάλλουμε, θα βάλλομε | θα βαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βάλλετε | θα βάλλεστε, θα βαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βάλλουν(ε) | θα βάλλονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βάλω | θα βληθώ |
| εσύ — you | θα βάλεις | θα βληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βάλει | θα βληθεί |
| εμείς — we | θα βάλουμε, θα βάλομε | θα βληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βάλετε | θα βληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βάλουν(ε) | θα βληθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βάλει | θα έχω βληθεί |
| εσύ — you | θα έχεις βάλει | θα έχεις βληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βάλει | θα έχει βληθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βάλει | θα έχουμε βληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βάλει | θα έχετε βάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βάλει | θα έχουν βληθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βάλλω | να βάλλομαι |
| εσύ — you | να βάλλεις | να βάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βάλλει | να βάλλεται |
| εμείς — we | να βάλλουμε, να βάλλομε | να βαλλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βάλλετε | να βάλλεστε, να βαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βάλλουν(ε) | να βάλλονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βάλω | να βληθώ |
| εσύ — you | να βάλεις | να βληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βάλει | να βληθεί |
| εμείς — we | να βάλουμε, να βάλομε | να βληθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βάλετε | να βληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βάλουν(ε) | να βληθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βάλει | να έχω βληθεί |
| εσύ — you | να έχεις βάλει | να έχεις βληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βάλει | να έχει βληθεί |
| εμείς — we | να έχουμε βάλει | να έχουμε βληθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βάλει | να έχετε βληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βάλει | να έχουν βληθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βάλλε | βάλλετε | — | — |
| Simple | βάλε | βάλετε | — | βληθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Two λ letters mark the imperfective stem: βάλλω, έβαλλα, θα βάλλω. The active perfective stem has one λ: έβαλα, θα βάλω, έχω βάλει.
- These perfective forms look like forms of βάζω; meaning and context distinguish them.
- Passive perfective forms use βληθ-: βλήθηκα, να βληθώ, έχω βληθεί.
- βάλλοντας — firing / assailing; βαλλόμενος, βαλλόμενη, βαλλόμενο — under fire or criticism; έχοντας βάλει — having fired.
- The participle βλημένος is uncommon in everyday speech; it is not a routine substitute for έχω βληθεί.
- Negative constructions: μη βάλλεις (ongoing) / μη βάλεις (single action). Passive commands are unusual.
Ο ομιλητής βάλλει εναντίον της απόφασης.
The speaker is attacking the decision.
Η πρόταση βάλλεται από πολλές πλευρές.
The proposal is coming under criticism from many sides.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βάλλω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.