καλύπτω (kalipto) — to cover

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καλύπτω — to cover.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καλύπτω καλύπτομαι
εσύ — you καλύπτεις καλύπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καλύπτει καλύπτεται
εμείς — we καλύπτουμε, καλύπτομε καλυπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καλύπτετε καλύπτεστε, καλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καλύπτουν(ε) καλύπτονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κάλυπτα καλυπτόμουν(α)
εσύ — you κάλυπτες καλυπτόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάλυπτε καλυπτόταν(ε)
εμείς — we καλύπταμε καλυπτόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καλύπτατε καλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάλυπταν, καλύπταν(ε) καλύπτονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κάλυψα καλύφθηκα, καλύφτηκα
εσύ — you κάλυψες καλύφθηκες, καλύφτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κάλυψε καλύφθηκε, καλύφτηκε
εμείς — we καλύψαμε καλυφθήκαμε, καλυφτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) καλύψατε καλυφθήκατε, καλυφτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κάλυψαν, καλύψαν(ε) καλύφθηκαν, καλυφθήκαν(ε), καλύφτηκαν, καλυφτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω καλύψει έχω καλυφθεί
εσύ — you έχεις καλύψει έχεις καλυφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει καλύψει έχει καλυφθεί
εμείς — we έχουμε καλύψει έχουμε καλυφθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε καλύψει έχετε καλυφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν καλύψει έχουν καλυφθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα καλύψει είχα καλυφθεί
εσύ — you είχες καλύψει είχες καλυφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε καλύψει είχε καλυφθεί
εμείς — we είχαμε καλύψει είχαμε καλυφθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε καλύψει είχατε καλυφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν καλύψει είχαν καλυφθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καλύπτω θα καλύπτομαι
εσύ — you θα καλύπτεις θα καλύπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καλύπτει θα καλύπτεται
εμείς — we θα καλύπτουμε, θα καλύπτομε θα καλυπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καλύπτετε θα καλύπτεστε, θα καλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καλύπτουν(ε) θα καλύπτονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καλύψω θα καλυφθώ, θα καλυφτώ
εσύ — you θα καλύψεις θα καλυφθείς, θα καλυφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καλύψει θα καλυφθεί, θα καλυφτεί
εμείς — we θα καλύψουμε, θα καλύψομε θα καλυφθούμε, θα καλυφτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα καλύψετε θα καλυφθείτε, θα καλυφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καλύψουν(ε) θα καλυφθούν(ε), θα καλυφτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω καλύψει θα έχω καλυφθεί
εσύ — you θα έχεις καλύψει θα έχεις καλυφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει καλύψει θα έχει καλυφθεί
εμείς — we θα έχουμε καλύψει θα έχουμε καλυφθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε καλύψει θα έχετε καλυφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν καλύψει θα έχουν καλυφθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καλύπτω να καλύπτομαι
εσύ — you να καλύπτεις να καλύπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καλύπτει να καλύπτεται
εμείς — we να καλύπτουμε, να καλύπτομε να καλυπτόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καλύπτετε να καλύπτεστε, να καλυπτόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καλύπτουν(ε) να καλύπτονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καλύψω να καλυφθώ, να καλυφτώ
εσύ — you να καλύψεις να καλυφθείς, να καλυφτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καλύψει να καλυφθεί, να καλυφτεί
εμείς — we να καλύψουμε, να καλύψομε να καλυφθούμε, να καλυφτούμε
εσείς — you (plural / polite) να καλύψετε να καλυφθείτε, να καλυφτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καλύψουν(ε) να καλυφθούν(ε), να καλυφτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω καλύψει να έχω καλυφθεί
εσύ — you να έχεις καλύψει να έχεις καλυφθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει καλύψει να έχει καλυφθεί
εμείς — we να έχουμε καλύψει να έχουμε καλυφθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε καλύψει να έχετε καλυφθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν καλύψει να έχουν καλυφθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κάλυπτε καλύπτετε — —
Simple κάλυψε καλύψτε καλύψου καλυφθείτε, καλυφτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The passive perfective variants καλυφθώ / καλυφτώ and καλυφθεί / καλυφτεί are standard. Καλυμμένος describes a covered state.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Κάλυψε το φαγητό.

Cover the food.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καλύπτω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kalipto/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kalipto/