καίω (kaio) — to burn

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

καίω — to burn.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I καίω καίγομαι
εσύ — you καις καίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it καίει καίγεται
εμείς — we καίμε καιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) καίτε καίγεστε, καιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they καίνε, καιν καίγονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκαιγα καιγόμουν(α)
εσύ — you έκαιγες καιγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκαιγε καιγόταν(ε)
εμείς — we καίγαμε καιγόμασταν
εσείς — you (plural / polite) καίγατε καιγόσαστε, καιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκαιγαν, καίγαν(ε) καίγονταν, καιγόντανε, καιγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έκαψα κάηκα
εσύ — you έκαψες κάηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έκαψε κάηκε
εμείς — we κάψαμε καήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κάψατε καήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έκαψαν, κάψαν(ε) κάηκαν, καήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κάψει έχω καεί
εσύ — you έχεις κάψει έχεις καεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κάψει έχει καεί
εμείς — we έχουμε κάψει έχουμε καεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κάψει έχετε καεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κάψει έχουν καεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κάψει είχα καεί
εσύ — you είχες κάψει είχες καεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κάψει είχε καεί
εμείς — we είχαμε κάψει είχαμε καεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κάψει είχατε καεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κάψει είχαν καεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα καίω θα καίγομαι
εσύ — you θα καις θα καίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα καίει θα καίγεται
εμείς — we θα καίμε θα καιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα καίτε θα καίγεστε, θα καιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα καίνε θα καίγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κάψω θα καώ
εσύ — you θα κάψεις θα καείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κάψει θα καεί
εμείς — we θα κάψουμε, θα κάψομε θα καούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κάψετε θα καείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κάψουν(ε) θα καούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κάψει θα έχω καεί
εσύ — you θα έχεις κάψει θα έχεις καεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κάψει θα έχει καεί
εμείς — we θα έχουμε κάψει θα έχουμε καεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κάψει θα έχετε καεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κάψει θα έχουν καεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να καίω να καίγομαι
εσύ — you να καις να καίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να καίει να καίγεται
εμείς — we να καίμε να καιγόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να καίτε να καίγεστε, να καιγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να καίνε, να καιν να καίγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κάψω να καώ
εσύ — you να κάψεις να καείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κάψει να καεί
εμείς — we να κάψουμε, να κάψομε να καούμε
εσείς — you (plural / polite) να κάψετε να καείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κάψουν(ε) να καούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κάψει να έχω καεί
εσύ — you να έχεις κάψει να έχεις καεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κάψει να έχει καεί
εμείς — we να έχουμε κάψει να έχουμε καεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κάψει να έχετε καεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κάψει να έχουν καεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous καίγε καίτε — —
Simple κάψε κάψτε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Καίω can mean to burn something or to be burning. Καίγομαι can mean to be burnt or to get burnt.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μην αγγίζεις το τηγάνι· καίει.

Do not touch the frying pan; it is hot.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — καίω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kaio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kaio/