ηχογραφώ (ixografo) — to record sound

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ηχογραφώ — to record sound.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ηχογραφώ ηχογραφούμαι
εσύ — you ηχογραφείς ηχογραφείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ηχογραφεί ηχογραφείται
εμείς — we ηχογραφούμε ηχογραφούμαστε
εσείς — you (plural / polite) ηχογραφείτε ηχογραφείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ηχογραφούν(ε) ηχογραφούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ηχογραφούσα ηχογραφούμουν
εσύ — you ηχογραφούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ηχογραφούσε ηχογραφούνταν
εμείς — we ηχογραφούσαμε ηχογραφούμασταν
εσείς — you (plural / polite) ηχογραφούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they ηχογραφούσαν(ε) ηχογραφούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ηχογράφησα ηχογραφήθηκα
εσύ — you ηχογράφησες ηχογραφήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ηχογράφησε ηχογραφήθηκε
εμείς — we ηχογραφήσαμε ηχογραφηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ηχογραφήσατε ηχογραφηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ηχογράφησαν, ηχογραφήσαν(ε) ηχογραφήθηκαν, ηχογραφηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ηχογραφήσει έχω ηχογραφηθεί
εσύ — you έχεις ηχογραφήσει έχεις ηχογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ηχογραφήσει έχει ηχογραφηθεί
εμείς — we έχουμε ηχογραφήσει έχουμε ηχογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ηχογραφήσει έχετε ηχογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ηχογραφήσει έχουν ηχογραφηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ηχογραφήσει είχα ηχογραφηθεί
εσύ — you είχες ηχογραφήσει είχες ηχογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ηχογραφήσει είχε ηχογραφηθεί
εμείς — we είχαμε ηχογραφήσει είχαμε ηχογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ηχογραφήσει είχατε ηχογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ηχογραφήσει είχαν ηχογραφηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ηχογραφώ θα ηχογραφούμαι
εσύ — you θα ηχογραφείς θα ηχογραφείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ηχογραφεί θα ηχογραφείται
εμείς — we θα ηχογραφούμε θα ηχογραφούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ηχογραφείτε θα ηχογραφείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ηχογραφούν(ε) θα ηχογραφούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ηχογραφήσω θα ηχογραφηθώ
εσύ — you θα ηχογραφήσεις θα ηχογραφηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ηχογραφήσει θα ηχογραφηθεί
εμείς — we θα ηχογραφήσουμε θα ηχογραφηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ηχογραφήσετε θα ηχογραφηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ηχογραφήσουν(ε) θα ηχογραφηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ηχογραφήσει θα έχω ηχογραφηθεί
εσύ — you θα έχεις ηχογραφήσει θα έχεις ηχογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ηχογραφήσει θα έχει ηχογραφηθεί
εμείς — we θα έχουμε ηχογραφήσει θα έχουμε ηχογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ηχογραφήσει θα έχετε ηχογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ηχογραφήσει θα έχουν ηχογραφηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ηχογραφώ να ηχογραφούμαι
εσύ — you να ηχογραφείς να ηχογραφείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ηχογραφεί να ηχογραφείται
εμείς — we να ηχογραφούμε να ηχογραφούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ηχογραφείτε να ηχογραφείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ηχογραφούν(ε) να ηχογραφούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ηχογραφήσω να ηχογραφηθώ
εσύ — you να ηχογραφήσεις να ηχογραφηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ηχογραφήσει να ηχογραφηθεί
εμείς — we να ηχογραφήσουμε, να ηχογραφήσομε να ηχογραφηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ηχογραφήσετε να ηχογραφηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ηχογραφήσουν(ε) να ηχογραφηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ηχογραφήσει να έχω ηχογραφηθεί
εσύ — you να έχεις ηχογραφήσει να έχεις ηχογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ηχογραφήσει να έχει ηχογραφηθεί
εμείς — we να έχουμε ηχογραφήσει να έχουμε ηχογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ηχογραφήσει να έχετε ηχογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ηχογραφήσει να έχουν ηχογραφηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — ηχογραφείτε — —
Simple ηχογράφησε ηχογραφήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Ηχογραφώ refers specifically to recording audio; καταγράφω has the broader meaning of recording information. Rare second-person passive imperfect forms are omitted. Learned ηχογραφείτο / ηχογραφούντο occur in formal writing.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ηχογραφήσαμε το τραγούδι.

We recorded the song.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ηχογραφώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ixografo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /ixografo/