Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
αποκλείω — to exclude; to rule out; to block
Passive: αποκλείομαι — to be excluded / cut off. Αποκλείεται can also mean “it is impossible” or “no way”.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποκλείω | αποκλείομαι |
| εσύ — you | αποκλείεις | αποκλείεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποκλείει | αποκλείεται |
| εμείς — we | αποκλείουμε, αποκλείομε | αποκλειόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκλείετε | αποκλείεστε, αποκλειόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποκλείουν(ε) | αποκλείονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απέκλεια | αποκλειόμουν(α) |
| εσύ — you | απέκλειες | αποκλειόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απέκλειε | αποκλειόταν(ε) |
| εμείς — we | αποκλείαμε | αποκλειόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκλείατε | αποκλειόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απέκλειαν, αποκλείαν(ε) | αποκλείονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απέκλεισα, απόκλεισα | αποκλείστηκα |
| εσύ — you | απέκλεισες, απόκλεισες | αποκλείστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απέκλεισε, απόκλεισε | αποκλείστηκε |
| εμείς — we | αποκλείσαμε | αποκλειστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκλείσατε | αποκλειστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απέκλεισαν, αποκλείσαν(ε) | αποκλείστηκαν, αποκλειστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω αποκλείσει | έχω αποκλειστεί |
| εσύ — you | έχεις αποκλείσει | έχεις αποκλειστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει αποκλείσει | έχει αποκλειστεί |
| εμείς — we | έχουμε αποκλείσει | έχουμε αποκλειστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε αποκλείσει | έχετε αποκλειστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν αποκλείσει | έχουν αποκλειστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα αποκλείσει | είχα αποκλειστεί |
| εσύ — you | είχες αποκλείσει | είχες αποκλειστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε αποκλείσει | είχε αποκλειστεί |
| εμείς — we | είχαμε αποκλείσει | είχαμε αποκλειστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε αποκλείσει | είχατε αποκλειστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν αποκλείσει | είχαν αποκλειστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποκλείω | θα αποκλείομαι |
| εσύ — you | θα αποκλείεις | θα αποκλείεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποκλείει | θα αποκλείεται |
| εμείς — we | θα αποκλείουμε, θα αποκλείομε | θα αποκλειόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποκλείετε | θα αποκλείεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποκλείουν(ε) | θα αποκλείονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποκλείσω | θα αποκλειστώ |
| εσύ — you | θα αποκλείσεις | θα αποκλειστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποκλείσει | θα αποκλειστεί |
| εμείς — we | θα αποκλείσουμε, θα αποκλείσομε | θα αποκλειστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποκλείσετε | θα αποκλειστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποκλείσουν(ε) | θα αποκλειστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω αποκλείσει | θα έχω αποκλειστεί |
| εσύ — you | θα έχεις αποκλείσει | θα έχεις αποκλειστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει αποκλείσει | θα έχει αποκλειστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε αποκλείσει | θα έχουμε αποκλειστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε αποκλείσει | θα έχετε αποκλειστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν αποκλείσει | θα έχουν αποκλειστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποκλείω | να αποκλείομαι |
| εσύ — you | να αποκλείεις | να αποκλείεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποκλείει | να αποκλείεται |
| εμείς — we | να αποκλείουμε, να αποκλείομε | να αποκλειόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποκλείετε | να αποκλείεστε, να αποκλειόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποκλείουν(ε) | να αποκλείονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποκλείσω | να αποκλειστώ |
| εσύ — you | να αποκλείσεις | να αποκλειστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποκλείσει | να αποκλειστεί |
| εμείς — we | να αποκλείσουμε, να αποκλείσομε | να αποκλειστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποκλείσετε | να αποκλειστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποκλείσουν(ε) | να αποκλειστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω αποκλείσει | να έχω αποκλειστεί |
| εσύ — you | να έχεις αποκλείσει | να έχεις αποκλειστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει αποκλείσει | να έχει αποκλειστεί |
| εμείς — we | να έχουμε αποκλείσει | να έχουμε αποκλειστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε αποκλείσει | να έχετε αποκλειστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν αποκλείσει | να έχουν αποκλειστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | απόκλειε | αποκλείετε | να αποκλείεσαι (να-construction) | αποκλείεστε |
| Simple | απόκλεισε | αποκλείστε | αποκλείσου | αποκλειστείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: απέκλεισα; the less common variant απόκλεισα also occurs. Imperative: απόκλεισε / αποκλείστε.
- αποκλείοντας — excluding; έχοντας αποκλείσει — having excluded.
- αποκλεισμένος, αποκλεισμένη, αποκλεισμένο — excluded / cut off.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Negative instructions: μην αποκλείεις / μην αποκλείσεις. Αποκλείσετε is not the direct plural imperative.
Δεν αποκλείω αυτή την πιθανότητα.
I do not rule out that possibility.
Το χωριό αποκλείστηκε από τα χιόνια.
The village was cut off by snow.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποκλείω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apokleio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apokleio/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →