Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
αποκρούω — to repel; to block; to parry
Passive: αποκρούομαι — to be repelled / blocked.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | αποκρούω | αποκρούομαι |
| εσύ — you | αποκρούεις | αποκρούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | αποκρούει | αποκρούεται |
| εμείς — we | αποκρούουμε, αποκρούομε | αποκρουόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκρούετε | αποκρούεστε, αποκρουόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | αποκρούουν(ε) | αποκρούονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απέκρουα | αποκρουόμουν(α) |
| εσύ — you | απέκρουες | αποκρουόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απέκρουε | αποκρουόταν(ε) |
| εμείς — we | αποκρούαμε | αποκρουόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκρούατε | αποκρουόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απέκρουαν, αποκρούαν(ε) | αποκρούονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | απέκρουσα, απόκρουσα | αποκρούστηκα |
| εσύ — you | απέκρουσες, απόκρουσες | αποκρούστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | απέκρουσε, απόκρουσε | αποκρούστηκε |
| εμείς — we | αποκρούσαμε | αποκρουστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | αποκρούσατε | αποκρουστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | απέκρουσαν, αποκρούσαν(ε) | αποκρούστηκαν, αποκρουστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω αποκρούσει | έχω αποκρουστεί |
| εσύ — you | έχεις αποκρούσει | έχεις αποκρουστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει αποκρούσει | έχει αποκρουστεί |
| εμείς — we | έχουμε αποκρούσει | έχουμε αποκρουστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε αποκρούσει | έχετε αποκρουστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν αποκρούσει | έχουν αποκρουστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα αποκρούσει | είχα αποκρουστεί |
| εσύ — you | είχες αποκρούσει | είχες αποκρουστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε αποκρούσει | είχε αποκρουστεί |
| εμείς — we | είχαμε αποκρούσει | είχαμε αποκρουστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε αποκρούσει | είχατε αποκρουστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν αποκρούσει | είχαν αποκρουστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποκρούω | θα αποκρούομαι |
| εσύ — you | θα αποκρούεις | θα αποκρούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποκρούει | θα αποκρούεται |
| εμείς — we | θα αποκρούουμε, θα αποκρούομε | θα αποκρουόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποκρούετε | θα αποκρούεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποκρούουν(ε) | θα αποκρούονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα αποκρούσω | θα αποκρουστώ |
| εσύ — you | θα αποκρούσεις | θα αποκρουστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα αποκρούσει | θα αποκρουστεί |
| εμείς — we | θα αποκρούσουμε, θα αποκρούσομε | θα αποκρουστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα αποκρούσετε | θα αποκρουστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα αποκρούσουν(ε) | θα αποκρουστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω αποκρούσει | θα έχω αποκρουστεί |
| εσύ — you | θα έχεις αποκρούσει | θα έχεις αποκρουστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει αποκρούσει | θα έχει αποκρουστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε αποκρούσει | θα έχουμε αποκρουστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε αποκρούσει | θα έχετε αποκρουστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν αποκρούσει | θα έχουν αποκρουστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποκρούω | να αποκρούομαι |
| εσύ — you | να αποκρούεις | να αποκρούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποκρούει | να αποκρούεται |
| εμείς — we | να αποκρούουμε, να αποκρούομε | να αποκρουόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποκρούετε | να αποκρούεστε, να αποκρουόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποκρούουν(ε) | να αποκρούονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να αποκρούσω | να αποκρουστώ |
| εσύ — you | να αποκρούσεις | να αποκρουστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να αποκρούσει | να αποκρουστεί |
| εμείς — we | να αποκρούσουμε, να αποκρούσομε | να αποκρουστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να αποκρούσετε | να αποκρουστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να αποκρούσουν(ε) | να αποκρουστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω αποκρούσει | να έχω αποκρουστεί |
| εσύ — you | να έχεις αποκρούσει | να έχεις αποκρουστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει αποκρούσει | να έχει αποκρουστεί |
| εμείς — we | να έχουμε αποκρούσει | να έχουμε αποκρουστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε αποκρούσει | να έχετε αποκρουστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν αποκρούσει | να έχουν αποκρουστεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | απόκρουε | αποκρούετε | — | — |
| Simple | απόκρουσε | αποκρούστε | — | — |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The ordinary past is απέκρουσα; απόκρουσα is a less common alternative. Direct imperative: απόκρουσε / αποκρούστε.
- αποκρούοντας — repelling / blocking; έχοντας αποκρούσει — having repelled / blocked.
- αποκρουσμένος, αποκρουσμένη, αποκρουσμένο is an agreeing participle; it is not the ordinary passive perfect έχω αποκρουστεί.
- Negative instructions: μην αποκρούεις / μην αποκρούσεις. Αποκρούσετε is used after θα, να or μην.
- Passive commands meaning “be repelled” are unusual and are not offered as everyday learner examples.
Ο τερματοφύλακας απέκρουσε το πέναλτι.
The goalkeeper saved the penalty.
Η επίθεση αποκρούστηκε.
The attack was repelled.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποκρούω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apokrouo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/apokrouo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →