αποκτώ / αποκτάω (apoktao) — to acquire, gain

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αποκτώ / αποκτάω — to acquire; to gain

Passive: αποκτιέμαι; formal αποκτώμαι. For things acquired, the third-person passive is most common.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποκτάω, αποκτώ αποκτιέμαι
εσύ — you αποκτάς αποκτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποκτάει, αποκτά αποκτιέται
εμείς — we αποκτάμε, αποκτούμε αποκτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) αποκτάτε αποκτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποκτάν(ε), αποκτούν(ε) αποκτιούνται / αποκτιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αποκτούσα αποκτιόμουν(α)
εσύ — you αποκτούσες αποκτιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αποκτούσε αποκτιόταν(ε)
εμείς — we αποκτούσαμε αποκτιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) αποκτούσατε αποκτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they αποκτούσαν(ε) αποκτιόνταν(ε), αποκτιούνταν, αποκτιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απόκτησα, απέκτησα αποκτήθηκα
εσύ — you απόκτησες, απέκτησες αποκτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απόκτησε, απέκτησε αποκτήθηκε
εμείς — we αποκτήσαμε αποκτηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αποκτήσατε αποκτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απόκτησαν, αποκτήσαν(ε), απέκτησαν αποκτήθηκαν, αποκτηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αποκτήσει έχω αποκτηθεί
εσύ — you έχεις αποκτήσει έχεις αποκτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αποκτήσει έχει αποκτηθεί
εμείς — we έχουμε αποκτήσει έχουμε αποκτηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αποκτήσει έχετε αποκτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αποκτήσει έχουν αποκτηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αποκτήσει είχα αποκτηθεί
εσύ — you είχες αποκτήσει είχες αποκτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αποκτήσει είχε αποκτηθεί
εμείς — we είχαμε αποκτήσει είχαμε αποκτηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αποκτήσει είχατε αποκτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αποκτήσει είχαν αποκτηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποκτάω, θα αποκτώ θα αποκτιέμαι
εσύ — you θα αποκτάς θα αποκτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποκτάει, θα αποκτά θα αποκτιέται
εμείς — we θα αποκτάμε, θα αποκτούμε θα αποκτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αποκτάτε θα αποκτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποκτάν(ε), θα αποκτούν(ε) θα αποκτιούνται / θα αποκτιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αποκτήσω θα αποκτηθώ
εσύ — you θα αποκτήσεις θα αποκτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αποκτήσει θα αποκτηθεί
εμείς — we θα αποκτήσουμε, θα αποκτήσομε θα αποκτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αποκτήσετε θα αποκτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αποκτήσουν(ε) θα αποκτηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αποκτήσει θα έχω αποκτηθεί
εσύ — you θα έχεις αποκτήσει θα έχεις αποκτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αποκτήσει θα έχει αποκτηθεί
εμείς — we θα έχουμε αποκτήσει θα έχουμε αποκτηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αποκτήσει θα έχετε αποκτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αποκτήσει θα έχουν αποκτηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποκτάω, να αποκτώ να αποκτιέμαι
εσύ — you να αποκτάς να αποκτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποκτάει, να αποκτά να αποκτιέται
εμείς — we να αποκτάμε, να αποκτούμε να αποκτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αποκτάτε να αποκτιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποκτάν(ε), να αποκτούν(ε) να αποκτιούνται / να αποκτιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αποκτήσω να αποκτηθώ
εσύ — you να αποκτήσεις να αποκτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αποκτήσει να αποκτηθεί
εμείς — we να αποκτήσουμε, να αποκτήσομε να αποκτηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να αποκτήσετε να αποκτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αποκτήσουν(ε) να αποκτηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αποκτήσει να έχω αποκτηθεί
εσύ — you να έχεις αποκτήσει να έχεις αποκτηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αποκτήσει να έχει αποκτηθεί
εμείς — we να έχουμε αποκτήσει να έχουμε αποκτηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αποκτήσει να έχετε αποκτηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αποκτήσει να έχουν αποκτηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous απόκτα αποκτάτε — —
Simple απόκτησε αποκτήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Both απέκτησα and απόκτησα are accepted active past forms. The direct simple imperative is απόκτησε / αποκτήστε.
  • The tables lead with the everyday -ιέμαι passive. Formal alternatives include αποκτάται / αποκτώνται; these are not errors, but belong to a more formal register.
  • αποκτώντας — acquiring; έχοντας αποκτήσει — having acquired.
  • αποκτημένος, αποκτημένη, αποκτημένο describes something acquired and agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Negative instructions: μην αποκτάς / μην αποκτήσεις. Passive commands meaning “be acquired” are uncommon.

Απέκτησε χρήσιμη εμπειρία στη δουλειά.

He or she gained useful experience at work.

Η εμπιστοσύνη αποκτιέται με τον χρόνο.

Trust is gained over time.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αποκτώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apoktao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /apoktao/