Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
δαπανάω / δαπανώ means “to spend” money, time or effort. Passive forms describe resources being spent. The tables include colloquial δαπανιέμαι and formal δαπανώμαι variants.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δαπανάω, δαπανώ | δαπανιέμαι, δαπανώμαι |
| εσύ — you | δαπανάς | δαπανιέσαι, δαπανάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δαπανάει, δαπανά | δαπανιέται, δαπανάται |
| εμείς — we | δαπανάμε, δαπανούμε | δαπανιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | δαπανάτε | δαπανιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δαπανάν(ε), δαπανούν(ε) | δαπανιούνται, δαπανιόνται, δαπανώνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δαπανούσα, δαπάναγα | δαπανιόμουν(α) |
| εσύ — you | δαπανούσες, δαπάναγες | δαπανιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δαπανούσε, δαπάναγε | δαπανιόταν(ε) |
| εμείς — we | δαπανούσαμε, δαπανάγαμε | δαπανιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | δαπανούσατε, δαπανάγατε | δαπανιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δαπανούσαν(ε), δαπάναγαν, δαπανάγανε | δαπανιόνταν(ε), δαπανιούνταν, δαπανιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δαπάνησα | δαπανήθηκα |
| εσύ — you | δαπάνησες | δαπανήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δαπάνησε | δαπανήθηκε |
| εμείς — we | δαπανήσαμε | δαπανηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δαπανήσατε | δαπανηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δαπάνησαν, δαπανήσαν(ε) | δαπανήθηκαν, δαπανηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δαπανήσει | έχω δαπανηθεί |
| εσύ — you | έχεις δαπανήσει | έχεις δαπανηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δαπανήσει | έχει δαπανηθεί |
| εμείς — we | έχουμε δαπανήσει | έχουμε δαπανηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δαπανήσει | έχετε δαπανηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δαπανήσει | έχουν δαπανηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δαπανήσει | είχα δαπανηθεί |
| εσύ — you | είχες δαπανήσει | είχες δαπανηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δαπανήσει | είχε δαπανηθεί |
| εμείς — we | είχαμε δαπανήσει | είχαμε δαπανηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δαπανήσει | είχατε δαπανηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δαπανήσει | είχαν δαπανηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δαπανάω, θα δαπανώ | θα δαπανιέμαι, θα δαπανώμαι |
| εσύ — you | θα δαπανάς | θα δαπανιέσαι, θα δαπανάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δαπανάει, θα δαπανά | θα δαπανιέται, θα δαπανάται |
| εμείς — we | θα δαπανάμε, θα δαπανούμε | θα δαπανιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δαπανάτε | θα δαπανιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δαπανάν(ε), θα δαπανούν(ε) | θα δαπανιούνται, θα δαπανιόνται, θα δαπανώνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δαπανήσω | θα δαπανηθώ |
| εσύ — you | θα δαπανήσεις | θα δαπανηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δαπανήσει | θα δαπανηθεί |
| εμείς — we | θα δαπανήσουμε, θα δαπανήσομε | θα δαπανηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δαπανήσετε | θα δαπανηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δαπανήσουν(ε) | θα δαπανηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δαπανήσει | θα έχω δαπανηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις δαπανήσει | θα έχεις δαπανηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δαπανήσει | θα έχει δαπανηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δαπανήσει | θα έχουμε δαπανηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δαπανήσει | θα έχετε δαπανηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δαπανήσει | θα έχουν δαπανηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δαπανάω, να δαπανώ | να δαπανιέμαι, να δαπανώμαι |
| εσύ — you | να δαπανάς | να δαπανιέσαι, να δαπανάσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δαπανάει, να δαπανά | να δαπανιέται, να δαπανάται |
| εμείς — we | να δαπανάμε, να δαπανούμε | να δαπανιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δαπανάτε | να δαπανιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δαπανάν(ε), να δαπανούν(ε) | να δαπανιούνται, να δαπανιόνται, να δαπανώνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δαπανήσω | να δαπανηθώ |
| εσύ — you | να δαπανήσεις | να δαπανηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δαπανήσει | να δαπανηθεί |
| εμείς — we | να δαπανήσουμε, να δαπανήσομε | να δαπανηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δαπανήσετε | να δαπανηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δαπανήσουν(ε) | να δαπανηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δαπανήσει | να έχω δαπανηθεί |
| εσύ — you | να έχεις δαπανήσει | να έχεις δαπανηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δαπανήσει | να έχει δαπανηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε δαπανήσει | να έχουμε δαπανηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δαπανήσει | να έχετε δαπανηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δαπανήσει | να έχουν δαπανηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: δαπάνα (εσύ); δαπανάτε (εσείς). Passive commands are uncommon.
Simple: δαπάνησε (εσύ); δαπανήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The formal passive present also has δαπανώμεθα (we), δαπανάσθε (you plural), alongside δαπανώμαι, δαπανάσαι, δαπανάται, δαπανώνται. These belong to a learned register.
- Present participle: δαπανώντας. Formal passive participle: δαπανώμενος, δαπανώμενη, δαπανώμενο. Result participle: δαπανημένος, δαπανημένη, δαπανημένο.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Δαπανήσαμε πολλά χρήματα για την επισκευή.
We spent a lot of money on the repair.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δαπανώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dapanao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/dapanao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.