Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δαπανάω / δαπανώ — to spend, expend

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δαπανάω / δαπανώ means “to spend” money, time or effort. Passive forms describe resources being spent. The tables include colloquial δαπανιέμαι and formal δαπανώμαι variants.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δαπανάω, δαπανώ δαπανιέμαι, δαπανώμαι
εσύ — you δαπανάς δαπανιέσαι, δαπανάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δαπανάει, δαπανά δαπανιέται, δαπανάται
εμείς — we δαπανάμε, δαπανούμε δαπανιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δαπανάτε δαπανιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δαπανάν(ε), δαπανούν(ε) δαπανιούνται, δαπανιόνται, δαπανώνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δαπανούσα, δαπάναγα δαπανιόμουν(α)
εσύ — you δαπανούσες, δαπάναγες δαπανιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δαπανούσε, δαπάναγε δαπανιόταν(ε)
εμείς — we δαπανούσαμε, δαπανάγαμε δαπανιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δαπανούσατε, δαπανάγατε δαπανιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δαπανούσαν(ε), δαπάναγαν, δαπανάγανε δαπανιόνταν(ε), δαπανιούνταν, δαπανιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δαπάνησα δαπανήθηκα
εσύ — you δαπάνησες δαπανήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δαπάνησε δαπανήθηκε
εμείς — we δαπανήσαμε δαπανηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δαπανήσατε δαπανηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δαπάνησαν, δαπανήσαν(ε) δαπανήθηκαν, δαπανηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δαπανήσει έχω δαπανηθεί
εσύ — you έχεις δαπανήσει έχεις δαπανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δαπανήσει έχει δαπανηθεί
εμείς — we έχουμε δαπανήσει έχουμε δαπανηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δαπανήσει έχετε δαπανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δαπανήσει έχουν δαπανηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δαπανήσει είχα δαπανηθεί
εσύ — you είχες δαπανήσει είχες δαπανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δαπανήσει είχε δαπανηθεί
εμείς — we είχαμε δαπανήσει είχαμε δαπανηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δαπανήσει είχατε δαπανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δαπανήσει είχαν δαπανηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δαπανάω, θα δαπανώ θα δαπανιέμαι, θα δαπανώμαι
εσύ — you θα δαπανάς θα δαπανιέσαι, θα δαπανάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δαπανάει, θα δαπανά θα δαπανιέται, θα δαπανάται
εμείς — we θα δαπανάμε, θα δαπανούμε θα δαπανιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δαπανάτε θα δαπανιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δαπανάν(ε), θα δαπανούν(ε) θα δαπανιούνται, θα δαπανιόνται, θα δαπανώνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δαπανήσω θα δαπανηθώ
εσύ — you θα δαπανήσεις θα δαπανηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δαπανήσει θα δαπανηθεί
εμείς — we θα δαπανήσουμε, θα δαπανήσομε θα δαπανηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δαπανήσετε θα δαπανηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δαπανήσουν(ε) θα δαπανηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δαπανήσει θα έχω δαπανηθεί
εσύ — you θα έχεις δαπανήσει θα έχεις δαπανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δαπανήσει θα έχει δαπανηθεί
εμείς — we θα έχουμε δαπανήσει θα έχουμε δαπανηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δαπανήσει θα έχετε δαπανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δαπανήσει θα έχουν δαπανηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δαπανάω, να δαπανώ να δαπανιέμαι, να δαπανώμαι
εσύ — you να δαπανάς να δαπανιέσαι, να δαπανάσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δαπανάει, να δαπανά να δαπανιέται, να δαπανάται
εμείς — we να δαπανάμε, να δαπανούμε να δαπανιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δαπανάτε να δαπανιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δαπανάν(ε), να δαπανούν(ε) να δαπανιούνται, να δαπανιόνται, να δαπανώνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δαπανήσω να δαπανηθώ
εσύ — you να δαπανήσεις να δαπανηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δαπανήσει να δαπανηθεί
εμείς — we να δαπανήσουμε, να δαπανήσομε να δαπανηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δαπανήσετε να δαπανηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δαπανήσουν(ε) να δαπανηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δαπανήσει να έχω δαπανηθεί
εσύ — you να έχεις δαπανήσει να έχεις δαπανηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δαπανήσει να έχει δαπανηθεί
εμείς — we να έχουμε δαπανήσει να έχουμε δαπανηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δαπανήσει να έχετε δαπανηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δαπανήσει να έχουν δαπανηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: δαπάνα (εσύ); δαπανάτε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: δαπάνησε (εσύ); δαπανήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The formal passive present also has δαπανώμεθα (we), δαπανάσθε (you plural), alongside δαπανώμαι, δαπανάσαι, δαπανάται, δαπανώνται. These belong to a learned register.
  • Present participle: δαπανώντας. Formal passive participle: δαπανώμενος, δαπανώμενη, δαπανώμενο. Result participle: δαπανημένος, δαπανημένη, δαπανημένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δαπανήσαμε πολλά χρήματα για την επισκευή.

We spent a lot of money on the repair.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δαπανώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dapanao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /dapanao/