συναντάω (synantao) — to meet

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

συναντάω / συναντώ — to meet; encounter.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συναντάω, συναντώ συναντιέμαι
εσύ — you συναντάς συναντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συναντάει, συναντά συναντιέται
εμείς — we συναντάμε, συναντούμε συναντιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) συναντάτε συναντιέστε, συναντιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συναντάν(ε), συναντούν(ε) συναντιούνται, συναντιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συναντούσα, συνάνταγα συναντιόμουν(α)
εσύ — you συναντούσες, συνάνταγες συναντιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συναντούσε, συνάνταγε συναντιόταν(ε)
εμείς — we συναντούσαμε, συναντάγαμε συναντιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) συναντούσατε, συναντάγατε συναντιόσαστε, συναντιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they συναντούσαν(ε), συνάνταγαν, συναντάγανε συναντιόνταν(ε), συναντιούνταν, συναντιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I συνάντησα συναντήθηκα
εσύ — you συνάντησες συναντήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it συνάντησε συναντήθηκε
εμείς — we συναντήσαμε συναντηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) συναντήσατε συναντηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they συνάντησαν, συναντήσαν(ε) συναντήθηκαν, συναντηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω συναντήσει έχω συναντηθεί
εσύ — you έχεις συναντήσει έχεις συναντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει συναντήσει έχει συναντηθεί
εμείς — we έχουμε συναντήσει έχουμε συναντηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε συναντήσει έχετε συναντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν συναντήσει έχουν συναντηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα συναντήσει είχα συναντηθεί
εσύ — you είχες συναντήσει είχες συναντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε συναντήσει είχε συναντηθεί
εμείς — we είχαμε συναντήσει είχαμε συναντηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε συναντήσει είχατε συναντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν συναντήσει είχαν συναντηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συναντάω, θα συναντώ θα συναντιέμαι
εσύ — you θα συναντάς θα συναντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συναντάει, θα συναντά θα συναντιέται
εμείς — we θα συναντάμε, θα συναντούμε θα συναντιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα συναντάτε θα συναντιέστε, θα συναντιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συναντάν(ε), θα συναντούν(ε) θα συναντιούνται, θα συναντιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα συναντήσω θα συναντηθώ
εσύ — you θα συναντήσεις θα συναντηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα συναντήσει θα συναντηθεί
εμείς — we θα συναντήσουμε, θα συναντήσομε θα συναντηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα συναντήσετε θα συναντηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα συναντήσουν(ε) θα συναντηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω συναντήσει θα έχω συναντηθεί
εσύ — you θα έχεις συναντήσει θα έχεις συναντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει συναντήσει θα έχει συναντηθεί
εμείς — we θα έχουμε συναντήσει θα έχουμε συναντηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε συναντήσει θα έχετε συναντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν συναντήσει θα έχουν συναντηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συναντάω, να συναντώ να συναντιέμαι
εσύ — you να συναντάς να συναντιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συναντάει, να συναντά να συναντιέται
εμείς — we να συναντάμε, να συναντούμε να συναντιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να συναντάτε να συναντιέστε, να συναντιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συναντάν(ε), να συναντούν(ε) να συναντιούνται, να συναντιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να συναντήσω να συναντηθώ
εσύ — you να συναντήσεις να συναντηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να συναντήσει να συναντηθεί
εμείς — we να συναντήσουμε, να συναντήσομε να συναντηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να συναντήσετε να συναντηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να συναντήσουν(ε) να συναντηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω συναντήσει να έχω συναντηθεί
εσύ — you να έχεις συναντήσει να έχεις συναντηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει συναντήσει να έχει συναντηθεί
εμείς — we να έχουμε συναντήσει να έχουμε συναντηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε συναντήσει να έχετε συναντηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν συναντήσει να έχουν συναντηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: συνάντα (εσύ), συναντάτε (εσείς). Middle: συναντήσου, συναντηθείτε.

Simple: συνάντησε (εσύ); συναντήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • συναντάω κάποιον means meeting someone. συναντιέμαι με κάποιον means meeting up with someone; plural forms can be reciprocal. The formal middle series συναντώμαι / συναντάται / συναντώνται also occurs, especially for something encountered in a text or place.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Συναντηθήκαμε στην πλατεία.

We met in the square.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — συναντώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/synantao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /synantao/