Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μελετάω / μελετώ means to study or examine carefully. The passive means to be studied.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μελετάω, μελετώ | μελετιέμαι |
| εσύ — you | μελετάς | μελετιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μελετάει, μελετά | μελετιέται |
| εμείς — we | μελετάμε, μελετούμε | μελετιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | μελετάτε | μελετιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μελετάν(ε), μελετούν(ε) | μελετιούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μελετούσα, μελέταγα | μελετιόμουν(α) |
| εσύ — you | μελετούσες, μελέταγες | μελετιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μελετούσε, μελέταγε | μελετιόταν(ε) |
| εμείς — we | μελετούσαμε, μελετάγαμε | μελετιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | μελετούσατε, μελετάγατε | μελετιόσαστε, μελετιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μελετούσαν(ε), μελέταγαν, μελετάγανε | μελετιόνταν(ε), μελετιούνταν, μελετιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | μελέτησα | μελετήθηκα |
| εσύ — you | μελέτησες | μελετήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μελέτησε | μελετήθηκε |
| εμείς — we | μελετήσαμε | μελετηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μελετήσατε | μελετηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μελέτησαν, μελετήσαν(ε) | μελετήθηκαν, μελετηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω μελετήσει | έχω μελετηθεί |
| εσύ — you | έχεις μελετήσει | έχεις μελετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μελετήσει | έχει μελετηθεί |
| εμείς — we | έχουμε μελετήσει | έχουμε μελετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μελετήσει | έχετε μελετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μελετήσει | έχουν μελετηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα μελετήσει | είχα μελετηθεί |
| εσύ — you | είχες μελετήσει | είχες μελετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μελετήσει | είχε μελετηθεί |
| εμείς — we | είχαμε μελετήσει | είχαμε μελετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μελετήσει | είχατε μελετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μελετήσει | είχαν μελετηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μελετάω, θα μελετώ | θα μελετιέμαι |
| εσύ — you | θα μελετάς | θα μελετιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μελετάει, θα μελετά | θα μελετιέται |
| εμείς — we | θα μελετάμε, θα μελετούμε | θα μελετιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μελετάτε | θα μελετιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μελετάν(ε), θα μελετούν(ε) | θα μελετιούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα μελετήσω | θα μελετηθώ |
| εσύ — you | θα μελετήσεις | θα μελετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μελετήσει | θα μελετηθεί |
| εμείς — we | θα μελετήσουμε, θα μελετήσομε | θα μελετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μελετήσετε | θα μελετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μελετήσουν(ε) | θα μελετηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μελετήσει | θα έχω μελετηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις μελετήσει | θα έχεις μελετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μελετήσει | θα έχει μελετηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε μελετήσει | θα έχουμε μελετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μελετήσει | θα έχετε μελετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μελετήσει | θα έχουν μελετηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μελετάω, να μελετώ | να μελετιέμαι |
| εσύ — you | να μελετάς | να μελετιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μελετάει, να μελετά | να μελετιέται |
| εμείς — we | να μελετάμε, να μελετούμε | να μελετιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μελετάτε | να μελετιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μελετάν(ε), να μελετούν(ε) | να μελετιούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να μελετήσω | να μελετηθώ |
| εσύ — you | να μελετήσεις | να μελετηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μελετήσει | να μελετηθεί |
| εμείς — we | να μελετήσουμε, να μελετήσομε | να μελετηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μελετήσετε | να μελετηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μελετήσουν(ε) | να μελετηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω μελετήσει | να έχω μελετηθεί |
| εσύ — you | να έχεις μελετήσει | να έχεις μελετηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μελετήσει | να έχει μελετηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε μελετήσει | να έχουμε μελετηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μελετήσει | να έχετε μελετηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μελετήσει | να έχουν μελετηθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μελέτα / μελετάτε.
Simple: μελέτησε (εσύ); μελετήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- The table uses the μελετιέμαι passive series. The alternative μελετώμαι, especially μελετάται and μελετώνται, occurs in formal usage.
Μελετάω την ιστορία της πόλης.
I am studying the history of the city.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μελετώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/meletao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/meletao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.