Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μελετάω — to study

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μελετάω / μελετώ means to study or examine carefully. The passive means to be studied.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μελετάω, μελετώ μελετιέμαι
εσύ — you μελετάς μελετιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μελετάει, μελετά μελετιέται
εμείς — we μελετάμε, μελετούμε μελετιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μελετάτε μελετιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μελετάν(ε), μελετούν(ε) μελετιούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μελετούσα, μελέταγα μελετιόμουν(α)
εσύ — you μελετούσες, μελέταγες μελετιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μελετούσε, μελέταγε μελετιόταν(ε)
εμείς — we μελετούσαμε, μελετάγαμε μελετιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μελετούσατε, μελετάγατε μελετιόσαστε, μελετιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μελετούσαν(ε), μελέταγαν, μελετάγανε μελετιόνταν(ε), μελετιούνταν, μελετιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μελέτησα μελετήθηκα
εσύ — you μελέτησες μελετήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μελέτησε μελετήθηκε
εμείς — we μελετήσαμε μελετηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μελετήσατε μελετηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μελέτησαν, μελετήσαν(ε) μελετήθηκαν, μελετηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μελετήσει έχω μελετηθεί
εσύ — you έχεις μελετήσει έχεις μελετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μελετήσει έχει μελετηθεί
εμείς — we έχουμε μελετήσει έχουμε μελετηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μελετήσει έχετε μελετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μελετήσει έχουν μελετηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μελετήσει είχα μελετηθεί
εσύ — you είχες μελετήσει είχες μελετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μελετήσει είχε μελετηθεί
εμείς — we είχαμε μελετήσει είχαμε μελετηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μελετήσει είχατε μελετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μελετήσει είχαν μελετηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μελετάω, θα μελετώ θα μελετιέμαι
εσύ — you θα μελετάς θα μελετιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μελετάει, θα μελετά θα μελετιέται
εμείς — we θα μελετάμε, θα μελετούμε θα μελετιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μελετάτε θα μελετιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μελετάν(ε), θα μελετούν(ε) θα μελετιούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μελετήσω θα μελετηθώ
εσύ — you θα μελετήσεις θα μελετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μελετήσει θα μελετηθεί
εμείς — we θα μελετήσουμε, θα μελετήσομε θα μελετηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μελετήσετε θα μελετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μελετήσουν(ε) θα μελετηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μελετήσει θα έχω μελετηθεί
εσύ — you θα έχεις μελετήσει θα έχεις μελετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μελετήσει θα έχει μελετηθεί
εμείς — we θα έχουμε μελετήσει θα έχουμε μελετηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μελετήσει θα έχετε μελετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μελετήσει θα έχουν μελετηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μελετάω, να μελετώ να μελετιέμαι
εσύ — you να μελετάς να μελετιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μελετάει, να μελετά να μελετιέται
εμείς — we να μελετάμε, να μελετούμε να μελετιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μελετάτε να μελετιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μελετάν(ε), να μελετούν(ε) να μελετιούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μελετήσω να μελετηθώ
εσύ — you να μελετήσεις να μελετηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μελετήσει να μελετηθεί
εμείς — we να μελετήσουμε, να μελετήσομε να μελετηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να μελετήσετε να μελετηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μελετήσουν(ε) να μελετηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μελετήσει να έχω μελετηθεί
εσύ — you να έχεις μελετήσει να έχεις μελετηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μελετήσει να έχει μελετηθεί
εμείς — we να έχουμε μελετήσει να έχουμε μελετηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μελετήσει να έχετε μελετηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μελετήσει να έχουν μελετηθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: μελέτα / μελετάτε.

Simple: μελέτησε (εσύ); μελετήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The table uses the μελετιέμαι passive series. The alternative μελετώμαι, especially μελετάται and μελετώνται, occurs in formal usage.

Μελετάω την ιστορία της πόλης.

I am studying the history of the city.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μελετώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/meletao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /meletao/