Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
μεγαλώνω means to grow or grow up, make something bigger, or raise a child.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μεγαλώνω |
| εσύ — you | μεγαλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μεγαλώνει |
| εμείς — we | μεγαλώνουμε, μεγαλώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | μεγαλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μεγαλώνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μεγάλωνα |
| εσύ — you | μεγάλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μεγάλωνε |
| εμείς — we | μεγαλώναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μεγαλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μεγάλωναν, μεγαλώναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μεγάλωσα |
| εσύ — you | μεγάλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μεγάλωσε |
| εμείς — we | μεγαλώσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μεγαλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μεγάλωσαν, μεγαλώσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω μεγαλώσει |
| εσύ — you | έχεις μεγαλώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μεγαλώσει |
| εμείς — we | έχουμε μεγαλώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μεγαλώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μεγαλώσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα μεγαλώσει |
| εσύ — you | είχες μεγαλώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μεγαλώσει |
| εμείς — we | είχαμε μεγαλώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μεγαλώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μεγαλώσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μεγαλώνω |
| εσύ — you | θα μεγαλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μεγαλώνει |
| εμείς — we | θα μεγαλώνουμε, θα μεγαλώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μεγαλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μεγαλώνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μεγαλώσω |
| εσύ — you | θα μεγαλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μεγαλώσει |
| εμείς — we | θα μεγαλώσουμε, θα μεγαλώσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μεγαλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μεγαλώσουν |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μεγαλώσει |
| εσύ — you | θα έχεις μεγαλώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μεγαλώσει |
| εμείς — we | θα έχουμε μεγαλώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μεγαλώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μεγαλώσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μεγαλώνω |
| εσύ — you | να μεγαλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μεγαλώνει |
| εμείς — we | να μεγαλώνουμε, να μεγαλώνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μεγαλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μεγαλώνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μεγαλώσω |
| εσύ — you | να μεγαλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μεγαλώσει |
| εμείς — we | να μεγαλώσουμε, να μεγαλώσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μεγαλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μεγαλώσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω μεγαλώσει |
| εσύ — you | να έχεις μεγαλώσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μεγαλώσει |
| εμείς — we | να έχουμε μεγαλώσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μεγαλώσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μεγαλώσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: μεγάλωνε / μεγαλώνετε.
Simple: μεγάλωσε (εσύ); μεγαλώστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Active forms can describe both growing and making something grow.
Μεγάλωσα στην Αθήνα.
I grew up in Athens.
Μεγαλώνει δύο παιδιά.
He/she is raising two children.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεγαλώνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/megalono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/megalono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.