Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

μεγαλώνω — to grow; to enlarge; to raise

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μεγαλώνω means to grow or grow up, make something bigger, or raise a child.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μεγαλώνω
εσύ — you μεγαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεγαλώνει
εμείς — we μεγαλώνουμε, μεγαλώνομε
εσείς — you (plural / polite) μεγαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεγαλώνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μεγάλωνα
εσύ — you μεγάλωνες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεγάλωνε
εμείς — we μεγαλώναμε
εσείς — you (plural / polite) μεγαλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεγάλωναν, μεγαλώναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I μεγάλωσα
εσύ — you μεγάλωσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μεγάλωσε
εμείς — we μεγαλώσαμε
εσείς — you (plural / polite) μεγαλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μεγάλωσαν, μεγαλώσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω μεγαλώσει
εσύ — you έχεις μεγαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μεγαλώσει
εμείς — we έχουμε μεγαλώσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε μεγαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μεγαλώσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα μεγαλώσει
εσύ — you είχες μεγαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μεγαλώσει
εμείς — we είχαμε μεγαλώσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε μεγαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μεγαλώσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μεγαλώνω
εσύ — you θα μεγαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεγαλώνει
εμείς — we θα μεγαλώνουμε, θα μεγαλώνομε
εσείς — you (plural / polite) θα μεγαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεγαλώνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα μεγαλώσω
εσύ — you θα μεγαλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μεγαλώσει
εμείς — we θα μεγαλώσουμε, θα μεγαλώσομε
εσείς — you (plural / polite) θα μεγαλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μεγαλώσουν

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω μεγαλώσει
εσύ — you θα έχεις μεγαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μεγαλώσει
εμείς — we θα έχουμε μεγαλώσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μεγαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μεγαλώσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μεγαλώνω
εσύ — you να μεγαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεγαλώνει
εμείς — we να μεγαλώνουμε, να μεγαλώνομε
εσείς — you (plural / polite) να μεγαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεγαλώνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να μεγαλώσω
εσύ — you να μεγαλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μεγαλώσει
εμείς — we να μεγαλώσουμε, να μεγαλώσομε
εσείς — you (plural / polite) να μεγαλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μεγαλώσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω μεγαλώσει
εσύ — you να έχεις μεγαλώσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μεγαλώσει
εμείς — we να έχουμε μεγαλώσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μεγαλώσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μεγαλώσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: μεγάλωνε / μεγαλώνετε.

Simple: μεγάλωσε (εσύ); μεγαλώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Active forms can describe both growing and making something grow.

Μεγάλωσα στην Αθήνα.

I grew up in Athens.

Μεγαλώνει δύο παιδιά.

He/she is raising two children.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μεγαλώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/megalono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /megalono/