Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βαρύνω — to burden; to weigh upon
A formal verb. Βαρύνομαι με can mean being burdened with costs, responsibilities or charges.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βαρύνω | βαρύνομαι |
| εσύ — you | βαρύνεις | βαρύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βαρύνει | βαρύνεται |
| εμείς — we | βαρύνουμε, βαρύνομε | βαρυνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαρύνετε | βαρύνεστε, βαρυνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βαρύνουν(ε) | βαρύνονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάρυνα | βαρυνόμουν(α) |
| εσύ — you | βάρυνες | βαρυνόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάρυνε | βαρυνόταν(ε) |
| εμείς — we | βαρύναμε | βαρυνόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βαρύνατε | βαρυνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάρυναν, βαρύναν(ε) | βαρύνονταν, βαρυνόντανε, βαρυνόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βάρυνα | βαρύνθηκα |
| εσύ — you | βάρυνες | βαρύνθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάρυνε | βαρύνθηκε |
| εμείς — we | βαρύναμε | βαρυνθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαρύνατε | βαρυνθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάρυναν, βαρύναν(ε) | βαρύνθηκαν, βαρυνθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βαρύνει | έχω βαρυνθεί |
| εσύ — you | έχεις βαρύνει | έχεις βαρυνθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βαρύνει | έχει βαρυνθεί |
| εμείς — we | έχουμε βαρύνει | έχουμε βαρυνθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βαρύνει | έχετε βαρυνθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βαρύνει | έχουν βαρυνθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βαρύνει | είχα βαρυνθεί |
| εσύ — you | είχες βαρύνει | είχες βαρυνθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βαρύνει | είχε βαρυνθεί |
| εμείς — we | είχαμε βαρύνει | είχαμε βαρυνθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βαρύνει | είχατε βαρυνθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βαρύνει | είχαν βαρυνθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βαρύνω | θα βαρύνομαι |
| εσύ — you | θα βαρύνεις | θα βαρύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαρύνει | θα βαρύνεται |
| εμείς — we | θα βαρύνουμε, θα βαρύνομε | θα βαρυνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαρύνετε | θα βαρύνεστε, θα βαρυνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαρύνουν(ε) | θα βαρύνονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βαρύνω | θα βαρυνθώ |
| εσύ — you | θα βαρύνεις | θα βαρυνθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαρύνει | θα βαρυνθεί |
| εμείς — we | θα βαρύνουμε, θα βαρύνομε | θα βαρυνθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαρύνετε | θα βαρυνθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαρύνουν(ε) | θα βαρυνθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βαρύνει | θα έχω βαρυνθεί |
| εσύ — you | θα έχεις βαρύνει | θα έχεις βαρυνθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βαρύνει | θα έχει βαρυνθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βαρύνει | θα έχουμε βαρυνθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βαρύνει | θα έχετε βαρυνθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βαρύνει | θα έχουν βαρυνθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βαρύνω | να βαρύνομαι |
| εσύ — you | να βαρύνεις | να βαρύνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαρύνει | να βαρύνεται |
| εμείς — we | να βαρύνουμε, να βαρύνομε | να βαρυνόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαρύνετε | να βαρύνεστε, να βαρυνόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαρύνουν(ε) | να βαρύνονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βαρύνω | να βαρυνθώ |
| εσύ — you | να βαρύνεις | να βαρυνθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαρύνει | να βαρυνθεί |
| εμείς — we | να βαρύνουμε, να βαρύνομε | να βαρυνθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαρύνετε | να βαρυνθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαρύνουν(ε) | να βαρυνθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βαρύνει | να έχω βαρυνθεί |
| εσύ — you | να έχεις βαρύνει | να έχεις βαρυνθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βαρύνει | να έχει βαρυνθεί |
| εμείς — we | να έχουμε βαρύνει | να έχουμε βαρυνθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βαρύνει | να έχετε βαρυνθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βαρύνει | να έχουν βαρυνθεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βάρυνε | βαρύνετε | να βαρύνεσαι (να-construction) | βαρύνεστε |
| Simple | βάρυνε | βαρύνετε | βαρύνσου | βαρυνθείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The active imperfect and simple past coincide: βάρυνα. Active continuous and simple forms with θα or να also coincide: θα βαρύνω, να βαρύνω.
- βαρύνοντας — burdening; έχοντας βαρύνει — having burdened.
- βεβαρυμένος, βεβαρυμένη, βεβαρυμένο is a learned agreeing adjective or participle. It is not interchangeable with έχω βαρυνθεί in every context.
- Βαρύνουσα σημασία means particular importance; βαρύνουσα is a learned present participial adjective.
- Negative: μη βαρύνεις; μη βαρύνεσαι / μη βαρυνθείς.
Τα έξοδα βαρύνουν τον διοργανωτή.
The costs are borne by the organiser.
Η γνώμη της έχει βαρύνουσα σημασία.
Her opinion carries considerable weight.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαρύνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/baruno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/baruno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.