Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βαρύνω — to burden, weigh upon

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βαρύνω — to burden; to weigh upon

A formal verb. Βαρύνομαι με can mean being burdened with costs, responsibilities or charges.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βαρύνω βαρύνομαι
εσύ — you βαρύνεις βαρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βαρύνει βαρύνεται
εμείς — we βαρύνουμε, βαρύνομε βαρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βαρύνετε βαρύνεστε, βαρυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βαρύνουν(ε) βαρύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βάρυνα βαρυνόμουν(α)
εσύ — you βάρυνες βαρυνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βάρυνε βαρυνόταν(ε)
εμείς — we βαρύναμε βαρυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βαρύνατε βαρυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βάρυναν, βαρύναν(ε) βαρύνονταν, βαρυνόντανε, βαρυνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βάρυνα βαρύνθηκα
εσύ — you βάρυνες βαρύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βάρυνε βαρύνθηκε
εμείς — we βαρύναμε βαρυνθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βαρύνατε βαρυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βάρυναν, βαρύναν(ε) βαρύνθηκαν, βαρυνθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βαρύνει έχω βαρυνθεί
εσύ — you έχεις βαρύνει έχεις βαρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βαρύνει έχει βαρυνθεί
εμείς — we έχουμε βαρύνει έχουμε βαρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βαρύνει έχετε βαρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βαρύνει έχουν βαρυνθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βαρύνει είχα βαρυνθεί
εσύ — you είχες βαρύνει είχες βαρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βαρύνει είχε βαρυνθεί
εμείς — we είχαμε βαρύνει είχαμε βαρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βαρύνει είχατε βαρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βαρύνει είχαν βαρυνθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βαρύνω θα βαρύνομαι
εσύ — you θα βαρύνεις θα βαρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαρύνει θα βαρύνεται
εμείς — we θα βαρύνουμε, θα βαρύνομε θα βαρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βαρύνετε θα βαρύνεστε, θα βαρυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαρύνουν(ε) θα βαρύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βαρύνω θα βαρυνθώ
εσύ — you θα βαρύνεις θα βαρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαρύνει θα βαρυνθεί
εμείς — we θα βαρύνουμε, θα βαρύνομε θα βαρυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βαρύνετε θα βαρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαρύνουν(ε) θα βαρυνθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βαρύνει θα έχω βαρυνθεί
εσύ — you θα έχεις βαρύνει θα έχεις βαρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βαρύνει θα έχει βαρυνθεί
εμείς — we θα έχουμε βαρύνει θα έχουμε βαρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βαρύνει θα έχετε βαρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βαρύνει θα έχουν βαρυνθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βαρύνω να βαρύνομαι
εσύ — you να βαρύνεις να βαρύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαρύνει να βαρύνεται
εμείς — we να βαρύνουμε, να βαρύνομε να βαρυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βαρύνετε να βαρύνεστε, να βαρυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαρύνουν(ε) να βαρύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βαρύνω να βαρυνθώ
εσύ — you να βαρύνεις να βαρυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαρύνει να βαρυνθεί
εμείς — we να βαρύνουμε, να βαρύνομε να βαρυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) να βαρύνετε να βαρυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαρύνουν(ε) να βαρυνθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βαρύνει να έχω βαρυνθεί
εσύ — you να έχεις βαρύνει να έχεις βαρυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βαρύνει να έχει βαρυνθεί
εμείς — we να έχουμε βαρύνει να έχουμε βαρυνθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βαρύνει να έχετε βαρυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βαρύνει να έχουν βαρυνθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βάρυνε βαρύνετε να βαρύνεσαι (να-construction) βαρύνεστε
Simple βάρυνε βαρύνετε βαρύνσου βαρυνθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active imperfect and simple past coincide: βάρυνα. Active continuous and simple forms with θα or να also coincide: θα βαρύνω, να βαρύνω.
  • βαρύνοντας — burdening; έχοντας βαρύνει — having burdened.
  • βεβαρυμένος, βεβαρυμένη, βεβαρυμένο is a learned agreeing adjective or participle. It is not interchangeable with έχω βαρυνθεί in every context.
  • Βαρύνουσα σημασία means particular importance; βαρύνουσα is a learned present participial adjective.
  • Negative: μη βαρύνεις; μη βαρύνεσαι / μη βαρυνθείς.

Τα έξοδα βαρύνουν τον διοργανωτή.

The costs are borne by the organiser.

Η γνώμη της έχει βαρύνουσα σημασία.

Her opinion carries considerable weight.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαρύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/baruno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /baruno/