διευθύνω (dieuthuno) — to manage; to direct; to conduct

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διευθύνω means to manage or direct an organisation, chair a discussion or conduct an orchestra. Its passive means to be managed or directed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διευθύνω διευθύνομαι
εσύ — you διευθύνεις διευθύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διευθύνει διευθύνεται
εμείς — we διευθύνουμε, διευθύνομε διευθυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διευθύνετε διευθύνεστε, διευθυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διευθύνουν(ε) διευθύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διηύθυνα, διεύθυνα διευθυνόμουν(α)
εσύ — you διηύθυνες, διεύθυνες διευθυνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διηύθυνε, διεύθυνε διευθυνόταν(ε)
εμείς — we διευθύναμε διευθυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διευθύνατε διευθυνόσαστε, διευθυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they διηύθυναν, διεύθυναν, διευθύναν(ε) διευθύνονταν, διευθυνόντανε, διευθυνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διηύθυνα, διεύθυνα διευθύνθηκα
εσύ — you διηύθυνες, διεύθυνες διευθύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διηύθυνε, διεύθυνε διευθύνθηκε
εμείς — we διευθύναμε διευθυνθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διευθύνατε διευθυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διηύθυναν, διεύθυναν, διευθύναν(ε) διευθύνθηκαν, διευθυνθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διευθύνει έχω διευθυνθεί
εσύ — you έχεις διευθύνει έχεις διευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διευθύνει έχει διευθυνθεί
εμείς — we έχουμε διευθύνει έχουμε διευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διευθύνει έχετε διευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διευθύνει έχουν διευθυνθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διευθύνει είχα διευθυνθεί
εσύ — you είχες διευθύνει είχες διευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διευθύνει είχε διευθυνθεί
εμείς — we είχαμε διευθύνει είχαμε διευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διευθύνει είχατε διευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διευθύνει είχαν διευθυνθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διευθύνω θα διευθύνομαι
εσύ — you θα διευθύνεις θα διευθύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διευθύνει θα διευθύνεται
εμείς — we θα διευθύνουμε, θα διευθύνομε θα διευθυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διευθύνετε θα διευθύνεστε, θα διευθυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διευθύνουν(ε) θα διευθύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διευθύνω θα διευθυνθώ
εσύ — you θα διευθύνεις θα διευθυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διευθύνει θα διευθυνθεί
εμείς — we θα διευθύνουμε, θα διευθύνομε θα διευθυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διευθύνετε θα διευθυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διευθύνουν(ε) θα διευθυνθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διευθύνει θα έχω διευθυνθεί
εσύ — you θα έχεις διευθύνει θα έχεις διευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διευθύνει θα έχει διευθυνθεί
εμείς — we θα έχουμε διευθύνει θα έχουμε διευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διευθύνει θα έχετε διευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διευθύνει θα έχουν διευθυνθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διευθύνω να διευθύνομαι
εσύ — you να διευθύνεις να διευθύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διευθύνει να διευθύνεται
εμείς — we να διευθύνουμε, να διευθύνομε να διευθυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διευθύνετε να διευθύνεστε, να διευθυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διευθύνουν(ε) να διευθύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διευθύνω να διευθυνθώ
εσύ — you να διευθύνεις να διευθυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διευθύνει να διευθυνθεί
εμείς — we να διευθύνουμε, να διευθύνομε να διευθυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διευθύνετε να διευθυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διευθύνουν(ε) να διευθυνθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διευθύνει να έχω διευθυνθεί
εσύ — you να έχεις διευθύνει να έχεις διευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διευθύνει να έχει διευθυνθεί
εμείς — we να έχουμε διευθύνει να έχουμε διευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διευθύνει να έχετε διευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διευθύνει να έχουν διευθυνθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διεύθυνε διευθύνετε — —
Simple διεύθυνε διευθύνετε — διευθυνθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The imperfect and simple past share forms such as διηύθυνα; διεύθυνα is also used. Active future and subjunctive forms can likewise be identical across aspects.
  • The command is διεύθυνε. Personal passive commands are uncommon and need a suitable context.

Διευθύνει μια μικρή επιχείρηση.

She manages a small business.

Διηύθυνε την ορχήστρα στη χθεσινή συναυλία.

He conducted the orchestra at yesterday’s concert.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διευθύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dieuthuno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /dieuthuno/