δικάζω (dikazo) — to try; to hear a court case

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δικάζω means to try a defendant or hear a case in court. δικάζομαι means to stand trial or have one’s case heard. General “judge / form an opinion” is usually κρίνω.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δικάζω δικάζομαι
εσύ — you δικάζεις δικάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δικάζει δικάζεται
εμείς — we δικάζουμε, δικάζομε δικαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) δικάζετε δικάζεστε, δικαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δικάζουν(ε) δικάζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δίκαζα δικαζόμουν(α)
εσύ — you δίκαζες δικαζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δίκαζε δικαζόταν(ε)
εμείς — we δικάζαμε δικαζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) δικάζατε δικαζόσαστε, δικαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δίκαζαν, δικάζαν(ε) δικάζονταν, δικαζόντανε, δικαζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δίκασα δικάστηκα
εσύ — you δίκασες δικάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δίκασε δικάστηκε
εμείς — we δικάσαμε δικαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δικάσατε δικαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δίκασαν, δικάσαν(ε) δικάστηκαν, δικαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δικάσει έχω δικαστεί
εσύ — you έχεις δικάσει έχεις δικαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δικάσει έχει δικαστεί
εμείς — we έχουμε δικάσει έχουμε δικαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δικάσει έχετε δικαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δικάσει έχουν δικαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δικάσει είχα δικαστεί
εσύ — you είχες δικάσει είχες δικαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δικάσει είχε δικαστεί
εμείς — we είχαμε δικάσει είχαμε δικαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δικάσει είχατε δικαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δικάσει είχαν δικαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δικάζω θα δικάζομαι
εσύ — you θα δικάζεις θα δικάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δικάζει θα δικάζεται
εμείς — we θα δικάζουμε, θα δικάζομε θα δικαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δικάζετε θα δικάζεστε, θα δικαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δικάζουν(ε) θα δικάζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δικάσω θα δικαστώ
εσύ — you θα δικάσεις θα δικαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δικάσει θα δικαστεί
εμείς — we θα δικάσουμε, θα δικάσομε θα δικαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δικάσετε θα δικαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δικάσουν(ε) θα δικαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δικάσει θα έχω δικαστεί
εσύ — you θα έχεις δικάσει θα έχεις δικαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δικάσει θα έχει δικαστεί
εμείς — we θα έχουμε δικάσει θα έχουμε δικαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δικάσει θα έχετε δικαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δικάσει θα έχουν δικαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δικάζω να δικάζομαι
εσύ — you να δικάζεις να δικάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δικάζει να δικάζεται
εμείς — we να δικάζουμε, να δικάζομε να δικαζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δικάζετε να δικάζεστε, να δικαζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δικάζουν(ε) να δικάζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δικάσω να δικαστώ
εσύ — you να δικάσεις να δικαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δικάσει να δικαστεί
εμείς — we να δικάσουμε, να δικάσομε να δικαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να δικάσετε να δικαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δικάσουν να δικαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δικάσει να έχω δικαστεί
εσύ — you να έχεις δικάσει να έχεις δικαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δικάσει να έχει δικαστεί
εμείς — we να έχουμε δικάσει να έχουμε δικαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δικάσει να έχετε δικαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δικάσει να έχουν δικαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous δίκαζε δικάζετε — δικάζεστε
Simple δίκασε δικάστε δικάσου δικαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • δικασμένος, -η, -ο means tried or adjudicated. Being tried does not by itself mean being convicted; καταδικάζω means to convict or condemn.
  • Commands are grammatically possible but chiefly belong in judicial or figurative contexts.

Το δικαστήριο θα δικάσει την υπόθεση αύριο.

The court will hear the case tomorrow.

Ο κατηγορούμενος δικάστηκε χθες.

The defendant stood trial yesterday.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δικάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/dikazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /dikazo/