απευθύνω (apeuthuno) — to address, direct

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

απευθύνω — to address; to direct

απευθύνομαι σε κάποιον — to address someone; to turn to someone for help or information.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απευθύνω απευθύνομαι
εσύ — you απευθύνεις απευθύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απευθύνει απευθύνεται
εμείς — we απευθύνουμε, απευθύνομε απευθυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) απευθύνετε απευθύνεστε, απευθυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απευθύνουν(ε) απευθύνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απηύθυνα / απεύθυνα απευθυνόμουν(α)
εσύ — you απηύθυνες / απεύθυνες απευθυνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απηύθυνε / απεύθυνε απευθυνόταν(ε)
εμείς — we απευθύναμε απευθυνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) απευθύνατε απευθυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they απεύθυναν, απευθύναν(ε) απευθύνονταν, απευθυνόντανε, απευθυνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I απηύθυνα, απεύθυνα απευθύνθηκα
εσύ — you απηύθυνες, απεύθυνες απευθύνθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it απηύθυνε, απεύθυνε απευθύνθηκε
εμείς — we απευθύναμε απευθυνθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) απευθύνατε απευθυνθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they απηύθυναν, απεύθυναν, απευθύναν(ε) απευθύνθηκαν, απευθυνθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω απευθύνει έχω απευθυνθεί
εσύ — you έχεις απευθύνει έχεις απευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει απευθύνει έχει απευθυνθεί
εμείς — we έχουμε απευθύνει έχουμε απευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε απευθύνει έχετε απευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν απευθύνει έχουν απευθυνθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα απευθύνει είχα απευθυνθεί
εσύ — you είχες απευθύνει είχες απευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε απευθύνει είχε απευθυνθεί
εμείς — we είχαμε απευθύνει είχαμε απευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε απευθύνει είχατε απευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν απευθύνει είχαν απευθυνθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απευθύνω θα απευθύνομαι
εσύ — you θα απευθύνεις θα απευθύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απευθύνει θα απευθύνεται
εμείς — we θα απευθύνουμε, θα απευθύνομε θα απευθυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα απευθύνετε θα απευθύνεστε, θα απευθυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απευθύνουν(ε) θα απευθύνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα απευθύνω θα απευθυνθώ
εσύ — you θα απευθύνεις θα απευθυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα απευθύνει θα απευθυνθεί
εμείς — we θα απευθύνουμε, θα απευθύνομε θα απευθυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα απευθύνετε θα απευθυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα απευθύνουν(ε) θα απευθυνθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω απευθύνει θα έχω απευθυνθεί
εσύ — you θα έχεις απευθύνει θα έχεις απευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει απευθύνει θα έχει απευθυνθεί
εμείς — we θα έχουμε απευθύνει θα έχουμε απευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε απευθύνει θα έχετε απευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν απευθύνει θα έχουν απευθυνθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απευθύνω να απευθύνομαι
εσύ — you να απευθύνεις να απευθύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απευθύνει να απευθύνεται
εμείς — we να απευθύνουμε, να απευθύνομε να απευθυνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να απευθύνετε να απευθύνεστε, να απευθυνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απευθύνουν(ε) να απευθύνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να απευθύνω να απευθυνθώ
εσύ — you να απευθύνεις να απευθυνθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να απευθύνει να απευθυνθεί
εμείς — we να απευθύνουμε, να απευθύνομε να απευθυνθούμε
εσείς — you (plural / polite) να απευθύνετε να απευθυνθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να απευθύνουν(ε) να απευθυνθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω απευθύνει να έχω απευθυνθεί
εσύ — you να έχεις απευθύνει να έχεις απευθυνθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει απευθύνει να έχει απευθυνθεί
εμείς — we να έχουμε απευθύνει να έχουμε απευθυνθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε απευθύνει να έχετε απευθυνθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν απευθύνει να έχουν απευθυνθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous απεύθυνε απευθύνετε να απευθύνεσαι (να-construction) απευθύνεστε
Simple απεύθυνε απευθύνετε απευθύνσου απευθυνθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active imperfect and simple past share the forms απηύθυνα / απεύθυνα. Context determines the aspect; απηύθυνα is especially common in formal writing.
  • The active continuous and simple forms with θα or να also coincide: θα απευθύνω, να απευθύνω.
  • απευθύνοντας — addressing; έχοντας απευθύνει — having addressed.
  • The ordinary passive perfect is έχω απευθυνθεί. The old spelling απευθυμένο is not used here as a perfect-tense alternative.
  • Negative instructions: μην απευθύνεις; μην απευθύνεσαι / μην απευθυνθείς.

Απεύθυνε μια ερώτηση στον ομιλητή.

He or she addressed a question to the speaker.

Για πληροφορίες, απευθύνσου στη γραμματεία.

For information, contact the office.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — απευθύνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/apeuthuno/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /apeuthuno/