Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

πετάω — to fly; to throw

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

πετάω: core forms & usage

to fly; to throw

Πετάω can mean flying or throwing something. Both senses use πέταξα and θα πετάξω in the active forms.

Τα πουλιά πετάνε πάνω από τη θάλασσα.

The birds fly over the sea.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iπετάω, πετώ
you (singular)πετάς
he / she / itπετάει, πετά
weπετάμε, πετούμε
you (plural or polite)πετάτε
theyπετάνε, πετούν, πετούνε

Imperfect

PersonForms
Iπετούσα, πέταγα
you (singular)πετούσες, πέταγες
he / she / itπετούσε, πέταγε
weπετούσαμε, πετάγαμε
you (plural or polite)πετούσατε, πετάγατε
theyπετούσαν, πετούσανε, πέταγαν, πετάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iπέταξα
you (singular)πέταξες
he / she / itπέταξε
weπετάξαμε
you (plural or polite)πετάξατε
theyπέταξαν, πετάξαν, πετάξανε

Simple future

PersonForms
Iθα πετάξω
you (singular)θα πετάξεις
he / she / itθα πετάξει
weθα πετάξουμε, θα πετάξομε
you (plural or polite)θα πετάξετε
theyθα πετάξουν, θα πετάξουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πετάω / πετώ means to fly, throw, or throw away. πετιέμαι can mean to spring up, pop out, or be thrown, depending on context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πετάω, πετώ πετιέμαι
εσύ — you πετάς πετιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πετάει, πετά πετιέται
εμείς — we πετάμε, πετούμε πετιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πετάτε πετιέστε, πετιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πετάνε, πετούν(ε) πετιούνται, πετιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πετούσα, πέταγα πετιόμουν(α)
εσύ — you πετούσες, πέταγες πετιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πετούσε, πέταγε πετιόταν(ε)
εμείς — we πετούσαμε, πετάγαμε πετιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πετούσατε, πετάγατε πετιόσαστε, πετιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πετούσαν(ε), πέταγαν, πετάγανε πετιόνταν(ε), πετιούνταν, πετιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πέταξα πετάχτηκα
εσύ — you πέταξες πετάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πέταξε πετάχτηκε
εμείς — we πετάξαμε πεταχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πετάξατε πεταχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πέταξαν, πετάξαν(ε) πετάχτηκαν, πεταχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πετάξει έχω πεταχτεί
εσύ — you έχεις πετάξει έχεις πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πετάξει έχει πεταχτεί
εμείς — we έχουμε πετάξει έχουμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πετάξει έχετε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πετάξει έχουν πεταχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πετάξει είχα πεταχτεί
εσύ — you είχες πετάξει είχες πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πετάξει είχε πεταχτεί
εμείς — we είχαμε πετάξει είχαμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πετάξει είχατε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πετάξει είχαν πεταχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πετάω, θα πετώ θα πετιέμαι
εσύ — you θα πετάς θα πετιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πετάει, θα πετά θα πετιέται
εμείς — we θα πετάμε, θα πετούμε θα πετιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πετάτε θα πετιέστε, θα πετιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πετάν(ε), θα πετούν(ε) θα πετιούνται, θα πετιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πετάξω θα πεταχτώ
εσύ — you θα πετάξεις θα πεταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πετάξει θα πεταχτεί
εμείς — we θα πετάξουμε, θα πετάξομε θα πεταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πετάξετε θα πεταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πετάξουν(ε) θα πεταχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πετάξει θα έχω πεταχτεί
εσύ — you θα έχεις πετάξει θα έχεις πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πετάξει θα έχει πεταχτεί
εμείς — we θα έχουμε πετάξει θα έχουμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πετάξει θα έχετε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πετάξει θα έχουν πεταχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πετάω, να πετώ να πετιέμαι
εσύ — you να πετάς να πετιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πετάει, να πετά να πετιέται
εμείς — we να πετάμε, να πετούμε να πετιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πετάτε να πετιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πετάνε, να πετούνε να πετιούνται, να πετιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πετάξω να πεταχτώ
εσύ — you να πετάξεις να πεταχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πετάξει να πεταχτεί
εμείς — we να πετάξουμε, να πετάξομε να πεταχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να πετάξετε να πεταχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πετάξουν να πεταχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πετάξει να έχω πεταχτεί
εσύ — you να έχεις πετάξει να έχεις πεταχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πετάξει να έχει πεταχτεί
εμείς — we να έχουμε πετάξει να έχουμε πεταχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πετάξει να έχετε πεταχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πετάξει να έχουν πεταχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πέτα πετάτε — πετιέστε
Simple πέταξε πετάξτε πετάξου πεταχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The middle perfective is πετάχτηκα / πεταχτώ / πεταχτεί. It does not simply mean to fly.

Τα πουλιά πετάνε.

The birds fly.

Πετάχτηκα μέχρι το μαγαζί.

I popped out to the shop.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πετάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/petao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /petao/