Your Greek learning toolkit
ρήματαModern Greek Verbs

διεγείρω — to arouse

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

διεγείρω means to stimulate, excite or arouse a response. It is used of bodily and mental activity, interest or emotions; sexual arousal is one context, not its only meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διεγείρω διεγείρομαι
εσύ — you διεγείρεις διεγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διεγείρει διεγείρεται
εμείς — we διεγείρουμε, διεγείρομε διεγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) διεγείρετε διεγείρεστε, διεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διεγείρουν(ε) διεγείρονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διήγειρα, διέγειρα διεγειρόμουν(α)
εσύ — you διήγειρες, διέγειρες διεγειρόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διήγειρε, διέγειρε διεγειρόταν(ε)
εμείς — we διεγείραμε διεγειρόμασταν
εσείς — you (plural / polite) διεγείρατε διεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διήγειραν, διεγείραν(ε) διεγείρονταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I διήγειρα, διέγειρα διεγέρθηκα
εσύ — you διήγειρες, διέγειρες διεγέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it διήγειρε, διέγειρε διεγέρθηκε
εμείς — we διεγείραμε διεγερθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) διεγείρατε διεγερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they διήγειραν, διεγείραν(ε) διεγέρθηκαν, διεγερθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω διεγείρει έχω διεγερθεί
εσύ — you έχεις διεγείρει έχεις διεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει διεγείρει έχει διεγερθεί
εμείς — we έχουμε διεγείρει έχουμε διεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε διεγείρει έχετε διεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν διεγείρει έχουν διεγερθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα διεγείρει είχα διεγερθεί
εσύ — you είχες διεγείρει είχες διεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε διεγείρει είχε διεγερθεί
εμείς — we είχαμε διεγείρει είχαμε διεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε διεγείρει είχατε διεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν διεγείρει είχαν διεγερθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διεγείρω θα διεγείρομαι
εσύ — you θα διεγείρεις θα διεγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διεγείρει θα διεγείρεται
εμείς — we θα διεγείρουμε, θα διεγείρομε θα διεγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα διεγείρετε θα διεγείρεστε, θα διεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διεγείρουν(ε) θα διεγείρονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα διεγείρω θα διεγερθώ
εσύ — you θα διεγείρεις θα διεγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα διεγείρει θα διεγερθεί
εμείς — we θα διεγείρουμε, θα διεγείρομε θα διεγερθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα διεγείρετε θα διεγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα διεγείρουν(ε) θα διεγερθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω διεγείρει θα έχω διεγερθεί
εσύ — you θα έχεις διεγείρει θα έχεις διεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει διεγείρει θα έχει διεγερθεί
εμείς — we θα έχουμε διεγείρει θα έχουμε διεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε διεγείρει θα έχετε διεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν διεγείρει θα έχουν διεγερθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διεγείρω να διεγείρομαι
εσύ — you να διεγείρεις να διεγείρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διεγείρει να διεγείρεται
εμείς — we να διεγείρουμε, να διεγείρομε να διεγειρόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να διεγείρετε να διεγείρεστε, να διεγειρόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διεγείρουν(ε) να διεγείρονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να διεγείρω να διεγερθώ
εσύ — you να διεγείρεις να διεγερθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να διεγείρει να διεγερθεί
εμείς — we να διεγείρουμε, να διεγείρομε να διεγερθούμε
εσείς — you (plural / polite) να διεγείρετε να διεγερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να διεγείρουν(ε) να διεγερθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω διεγείρει να έχω διεγερθεί
εσύ — you να έχεις διεγείρει να έχεις διεγερθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει διεγείρει να έχει διεγερθεί
εμείς — we να έχουμε διεγείρει να έχουμε διεγερθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε διεγείρει να έχετε διεγερθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν διεγείρει να έχουν διεγερθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous διέγειρε διεγείρετε — —
Simple διέγειρε διεγείρετε — διεγερθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • The active imperfect and simple past share forms such as διήγειρα / διέγειρα. The active nonpast forms can also be identical across aspects; context distinguishes them.
  • διεγερμένος, -η, -ο describes an excited or stimulated state. Passive commands are uncommon and context dependent.

Η μουσική διεγείρει τη φαντασία.

Music stimulates the imagination.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — διεγείρω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/diegeiro/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /diegeiro/